Κύριε Πρόεδρε,
κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.
Σήμερα είναι η 50η φορά που η Βουλή των Αντιπροσώπων συζητά τον ετήσιο Προϋπολογισμό της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το γεγονός ότι αυτός ο μικρός λαός, σε αυτό το μικρό νησί, κατάφερε να κτίσει και να κρατήσει αυτό το κράτος, είναι μεγάλο κατόρθωμα. Αυτός ο λαός δεν είναι μικρός λαός. Είναι μεγάλος λαός. Επειδή μόνο οι μεγάλοι λαοί καταφέρνουν μεγάλα κατορθώματα. Εύχομαι η Κύπρος μας να βρει το δρόμο της εξόδου από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει και να συνεχίσει να ζει και να δυναμώνει, προσφέροντας ευημερία στους πολίτες της.
Ιδιαίτερα σήμερα, στο περιβάλλον που διαμορφώνεται από την οικονομική κρίση, ο αγώνας της Κυπριακής Δημοκρατίας γίνεται ακόμα πιο δύσκολος. Ιδιαίτερα σήμερα, ενόψει των πιέσεων που συντονίζονται για κλείσιμο του Κυπριακού, ο δρόμος της Κυπριακής Δημοκρατίας γίνεται ακόμα πιο δύσβατος. Η Κύπρος έχει ξαναζήσει δύσκολα και έχει καταφέρει να ξεπεράσει τα δύσκολα. Έχει καταφέρει να σταθεί στα πόδια της με την εργατικότητα και την αυτοθυσία των πολιτών της. Έτσι θα τα καταφέρει και τώρα.
Κύριε Πρόεδρε,
κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.
Η τρέχουσα διεθνής οικονομική κρίση δεν είναι, βεβαίως, κυπριακής προέλευσης. Το σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον καθιστά τις εθνικές οικονομίες συγκοινωνούντα δοχεία και μεταφέρει στην καθημερινότητα των ανθρώπων προβλήματα και καταστάσεις που δεν αποτελούν αποτέλεσμα δικών τους λαθών ή παραλείψεων. Όμως, οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν την ευθύνη της υπεύθυνης αντιμετώπισης της κρίσης, χωρίς διστακτικότητα και χωρίς να αναμένουν ότι ο χρόνος θα θεραπεύσει αύριο τα προβλήματα που έχουμε μπροστά μας σήμερα. Δυστυχώς, σε πολλές χώρες οι πολίτες κλήθηκαν να πληρώσουν το τίμημα της οικονομικής κρίσης. Η ανεργία και η ύφεση δεν κτυπούν απλώς την πόρτα της Ευρώπης αλλά βρίσκονται μέσα στο σπίτι μας. Οι χώρες που έφτασαν σε αδιέξοδα αυξάνονται καθημερινά και οι λύσεις που απομένουν περιορίζονται και καθίστανται μονόδρομος. Η κρίση δεν είναι μακρινή ή θεωρητική, αλλά είναι ουσιαστική και αρχίσαμε πλέον να τη βιώνουμε στο πετσί μας.
Ο Προϋπολογισμός που έχουμε ενώπιόν μας επιδιώκει να ανταποκριθεί στις πραγματικότητες που έχει διαμορφώσει η οικονομική κρίση. Σίγουρα, δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις για την έξοδο της Κύπρου από την τρέχουσα προβληματική κατάσταση. Δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές για την ανόρθωση της οικονομίας. Πρέπει όμως να έχουμε πάντοτε μια κύρια προτεραιότητα η οποία θα αποτελεί σημείο αναφοράς όλων των σχεδιασμών μας: την ανάπτυξη της κυπριακής οικονομίας. Για την ανάπτυξη χρειάζεται σωστός προγραμματισμός, με συγκεκριμένο σχεδιασμό, ο οποίος θα έχει σαφές και συγκεκριμένο περιεχόμενο. Η ανάπτυξη δεν είναι σημαία ευκαιρίας την οποία μπορούμε να υψώνουμε κατά το δοκούν, απροσδιόριστα και αφηρημένα. Ο Προϋπολογισμός του 2011 θα μπορούσε να ήταν ένας αναπτυξιακός Προϋπολογισμός, όμως δεν εντοπίζουμε αυτά τα χαρακτηριστικά στο βαθμό που θα θέλαμε. Αναμένουμε ότι η Κυβέρνηση θα στραφεί προς αυτή την κατεύθυνση και θα επενδύσει στην ανάπτυξη κοιτάζοντας θετικά προς το μέλλον και δηλώνουμε ότι είμαστε έτοιμοι να στηρίξουμε οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.
Εμείς ως ΔΗΚΟ είχαμε έγκαιρα προβλέψει και εκτιμήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης. Είχαμε έγκαιρα προτείνει μέτρα για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κρίσης. Είχαμε έγκαιρα προτείνει τη διαμόρφωση ενός συνολικού σχεδίου εξόδου από την κρίση. Όμως δυστυχώς δεν συναντήσαμε την απαραίτητη ανταπόκριση. Σήμερα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έντονες επιπτώσεις της κρίσης για την αντιμετώπιση των οποίων χρειάζονται θαρραλέα μέτρα. Τα μέτρα που προτείνονται από την Κυβέρνηση σίγουρα δεν είναι ευχάριστα. Και οπωσδήποτε χρειάζονται να γίνουν κι άλλα, τα οποία να είναι ισορροπημένα. Χωρίς τη μείωση της αξίας της εργασίας των νέων, χωρίς τη μείωση των κοινωνικών παροχών αλλά με στοχευμένη αντιμετώπιση των σπαταλών, χωρίς τη θυματοποίηση καμίας κοινωνικής ομάδας προς όφελος άλλων, αλλά με επικέντρωση στα υπερκέρδη ορισμένων και στο μεγάλο ανενεργό πλούτο, ιδιαίτερα στη μεγάλη ακίνητη περιουσία. Με πολλή προσοχή, με σοβαρότητα και υπευθυνότητα πρέπει να λάβουμε τις κατάλληλες αποφάσεις. Δεν υπάρχει πλέον χρόνος για χάσιμο και πρέπει να λειτουργήσουμε με αποφασιστικότητα. Η κυβέρνηση, η πολιτική ηγεσία και οι κοινωνικοί εταίροι πρέπει να εξεύρουμε τις απαραίτητες κοινές συνισταμένες που θα αποτελέσουν το εισητήριο της εξόδου από την κρίση. Πάντα τα πρώτα βήματα είναι δύσκολα. Όμως θα ακολουθήσουν κι άλλα. Και εμείς ως ΔΗΚΟ δεν πρόκειται να λειτουργήσουμε με αίσθημα ευθυνοφοβίας και ανεύθυνης αποστασιοποίησης. Η ώρα της ευθύνης είναι τώρα και το ΔΗΚΟ θα είναι όπως πάντοτε παρών.
Ωστόσο, παρά τις δυκολίες που αντιμετωπίζει η οικονομία μας, πρέπει διαρκώς να λαμβάνουμε υπόψη ότι είμαστε πολίτες μιας ημικατεχόμενης πατρίδας που διεξάγει αντικατοχικό αγώνα επιβίωσης. Επιλέξαμε ο αγώνας μας να είναι ειρηνικός και να διεκδικήσουμε τα δίκαιά μας μέσα από διαπραγματευτικές διαδικασίες. Όμως, οφείλουμε να είμαστε προετοιμασμένοι για τα χειρότερα. Οφείλουμε να είμαστε προετοιμασμένοι για οποιοδήποτε ενδεχόμενο και οποιοδήποτε επεισόδιο μπορεί να θέσει εν κινδύνω την ασφάλεια των Κυπρίων πολιτών και την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η επένδυση στην άμυνα της Κύπρου είναι ταυτόσημη με τη διαφύλαξη της ασφάλειας και της κυριαρχίας της Κύπρου. Η Εθνική Φρουρά αποτελεί το απαύγασμα της συλλογικής προσπάθειας του κυπριακού λαού για την οικοδόμηση μιας αξιόμαχης δύναμης αποτροπής οποιασδήποτε ξένης επιβουλής. Η Εθνική Φρουρά είναι η ασπίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, που ευχόμαστε να μην χρειαστεί να χρησιμοποιήσουμε ποτέ. Όμως για να μην χρειαστεί να χρησιμοποιήσουμε αυτή την ασπίδα, πρέπει να τη διατηρούμε και να τη συντηρούμε σε άριστη κατάσταση ώστε να μην επιτρέπει σε κανέναν να θεωρεί ότι αμαχητί και αβρόχοις ποσί μπορεί να προσβάλει την κυριαρχία μας. Εξάλλου, ως γνωστόν, «όποιος θέλει την ειρήνη προετοιμάζεται για πόλεμο».
Κύριε Πρόεδρε,
κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.
Ο Προϋπολογισμός του Υπουργείου Άμυνας για το 2011, δυστυχώς κινείται στο πνεύμα των αντίστοιχων προϋπολογισμών των τελευταίων χρόνων. Δηλαδή, η επένδυση στην άμυνα του τόπου περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα για τη λειτουργία της Εθνικής Φρουράς, χωρίς να γίνεται προσπάθεια για πραγματικό εκσυγχρονισμό και ενίσχυση. Η επιχειρούμενη διαδικασία αναδιοργάνωσης έχει χαρακτήρα συντηρητικό και ανακυκλωτικό. Δηλαδή, είναι σαν να θέλουμε να ανακαινίσουμε το σπίτι μας και μεταφέρουμε τα έπιπλα της κουζίνας στο σαλόνι και τα έπιπλα της βεράντας στην κουζίνα, με ελαφρύ φρεσκάρισμα στο βάψιμο της πρόσοψης. Όμως δεν είναι με φτιασιδώματα που πρέπει να γίνεται ο εκσυγχρονισμός της Εθνικής Φρουράς. Για να αναβαθμιστεί η Εθνική Φρουρά χρειάζεται να επενδυθούν πόροι. Εάν ο τομέας της άμυνας γίνεται αντιληπτός ως πεδίο για εξοικονομήσεις και εκπτώσεις, τότε εκπτώσεις γίνονται στην ασφάλεια των Κυπρίων πολιτών. Ακόμη και εαν η οικονομική κρίση πρέπει να επηρεάσει όλες τις δαπάνες του κράτους, η άμυνα είναι ο τομέας που πρέπει να διαφυλαχθεί ως κόρη οφθαλμού.
Επένδυση πόρων στην άμυνα σημαίνει κυρίως επένδυση στο μεγαλύτερο και στο καλύτερο όπλο του στρατού μας: επένδυση στο έμψυχο δυναμικό της Εθνικής Φρουράς. Δυστυχώς, και φέτος διαπιστώνουμε ότι τα ποσά που προϋπολογίζονται για την εκπαίδευση, τη μετεκπαίδευση και την επιμόρφωση των στελεχών της Εθνικής Φρουράς παραμένουν καθηλωμένα σε πολύ χαμηλά επίπεδα, μετά από την κατακόρυφη μείωση και υποδιαίρεση που υπέστησαν τα τελευταία χρόνια. Συγκεκριμένα προγράμματα εκπαίδευσης και εξειδίκευσης έχουν καταργηθεί, ενώ για άλλα προγράμματα έχει περιοριστεί η φοίτηση στο ελάχιστο. Στο σύγχρονο κόσμο, η γνώση είναι δύναμη. Είναι απαράδεκτο για την Εθνική Φρουρά η γνώση να θεωρείται περιττό έξοδο.
Τα στελέχη της Εθνικής Φρουράς αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της Εθνικής Φρουράς. Σε αυτά τα στελέχη πρέπει να πιστέψουμε και αυτά τα στελέχη πρέπει να ενισχύσουμε. Πρέπει να ενισχύσουμε το ηθικό τους και να αφουγκραστούμε τα προβλήματά τους. Οφείλουμε να υποστηρίξουμε την περαιτέρω εκπαίδευσή τους και να σχεδιάσουμε τις δομικές αλλαγές που θα τους επιτρέψουν να λειτουργήσουν όπως πρέπει να λειτουργήσουν. Η Εθνική Φρουρά χρειάζεται ανανέωση και υψηλό ηθικό, και αυτά μπορούν να επιτευχθούν μόνο με την πραγματική και ουσιαστική επένδυση στα στελέχη της Εθνικής Φρουράς.
Το ίδιο ισχύει και για τη συμμετοχή των στελεχών της Εθνικής Φρουράς σε συνέδρια και σεμινάρια στο εξωτερικό, όπου επίσης τα προβλεπόμενα ποσά παραμένουν πολύ χαμηλά και μειωμένα σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν. Η συμμετοχή σε αυτού του είδους τις δραστηριότητες δεν είναι τουρισμός όπως νομίζουν κάποιοι. Πέρα από την ενημέρωση και την επιμόρφωση των στελεχών για θέματα ειδικού στρατηγικού και επιχειρησιακού ενδιαφέροντος, η συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας έχει κύρια πολιτική σημασία. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει την πολυτέλεια της απουσίας από πουθενά. Η Κυπριακή Δημοκρατία διεξάγει ένα δύσκολο αγώνα επιβίωσης και συναντά πανταχόθεν προσπάθειες περιορισμού του ρόλου και της προοπτικής της. Η συμμετοχή μας σε όλα τα διεθνή φόρα όπου έχουμε τη δυνατότητα συμμετοχής πρέπει να είναι προτεραιότητά μας. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν αυτά αφορούν θέματα άμυνας και ασφάλειας.
Σε αυτό το σημείο θέλω να επισημάνω την ανάγκη της άμεσης υποβολής αίτησης ένταξης της Κύπρου στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη. Η Κύπρος μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή ως παράγοντας ασφάλειας και συνεργασίας. Η συμμετοχή της Κύπρου στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη είναι μια επιλογή που έχουμε μπροστά μας την οποία δεν πρέπει να αγνοούμε, ούτε και πρέπει να υποτιμούμε τις δυνατότητες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Κύπρος είναι ένα κράτος ίσο με τα άλλα κράτη και πρέπει να αναλάβει το ρόλο που της αναλογεί στην νοτιοανατολική Μεσόγειο και την ευρύτερη περιοχή.
Κύριε Πρόεδρε,
κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.
Γίνεται συχνά λόγος για την ανάγκη διαμόρφωσης μιας μικρής και ευέλικτης Εθνικής Φρουράς, και αυτός ο ορισμός συνήθως συνδέεται με το θέμα της μείωσης της στρατιωτικής θητείας. Δυστυχώς, η Εθνική Φρουρά είναι ήδη - σε μέγεθος - μικρή σε σχέση με τα στρατεύματα του Αττίλα. Μικρότερη Εθνική Φρουρά σημαίνει μικρότερη δυνατότητα αντίδρασης και αντίστασης σε ενδεχόμενο θερμό επεισόδιο, και όχι μόνο. Είναι επιθυμία όλων μας η μείωση της διάρκειας της στρατιωτικής θητείας. Αλλά με την προϋπόθεση της διατήρησης των δυνατοτήτων της Εθνικής Φρουράς. Εξάλλου, ο καλύτερος τρόπος για μείωση και κατάργηση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας είναι η λύση του Κυπριακού προβλήματος. Όμως σήμερα χρειαζόμαστε την Εθνική Φρουρά. Ήδη, ως Επιτροπή Άμυνας της Βουλής έχουμε καταλήξει σε συγκεκριμένες αποφάσεις σε σχέση με τις προϋποθέσεις για τη μείωση της στρατιωτικής θητείας. Και με ικανοποίηση διαπιστώσαμε ότι το Υπουργείο Άμυνας και η Κυβέρνηση συμφώνησαν με τις σοβαρές επιφυλάξεις της Επιτροπής Άμυνας και παγοποίησαν τη διαδικασία μείωσης της θητείας. Εξάλλου, η προεκλογική δέσμευση του Προέδρου της Δημοκρατίας αφορούσε τη μελέτη του ενδεχομένου μείωσης της θητείας. Η μελέτη έγινε και μέσα από αυτήν διαπιστώθηκε ότι υπό τις παρούσες συνθήκες δεν είναι δυνατή η μείωση της διάρκειας της στρατιωτικής θητείας.
Ωστόσο, διαπιστώνουμε ότι γίνονται προσπάθειες για να μπουν από το παράθυρο πρόνοιες που αφορούν αυτό το θέμα, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τη Βουλή για την εξεύρεση των απαραίτητων εθνικών συνεναίσεων. Συγκεκριμένα, ενώ στον Προϋπολογισμό του Υπουργείου Άμυνας περιλαμβάνεται η γενική αναφορά για τις δαπάνες της Εθνικής Φρουράς και εξειδικεύονται οι δαπάνες για την αμυντική θωράκιση, κάποιες σημαντικές πρόνοιες δεν παρουσιάστηκαν ποτέ ενώπιον της Βουλής, παρά μόνο κατά τη συζήτηση στην Επιτροπή Οικονομικών. Στα πλαίσια εκείνης της συζήτησης, διαπιστώθηκε ότι γίνεται ειδική αναφορά σε κονδύλι εκατομυρίων ευρώ για την πρόσληψη Οπλιτών Βραχείας Υπηρεσίας, των λεγόμενων ΟΒΥ. Υπενθυμίζω ότι η πρόσληψη των ΟΒΥ αποτελούσε κεντρικό σημείο της πρότασης για μείωση της στρατιωτικής θητείας όπως διαμορφώθηκε στο παρελθόν. Εφόσον δεν έχουν αλλάξει τα δεδομένα, και εφόσον δεν έχουμε ενημερωθεί για την προώθηση οποιασδήποτε απόφασης, τότε γιατί παρεισφρύουν σε σκοτεινά σημεία του Προϋπολογισμού τέτοιες πρόνοιες; Ιδιαίτερα μάλιστα ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη συζήτηση για σχετικό νομοσχέδιο στην Επιτροπή Άμυνας, όπου περιλαμβάνεται ειδική πρόνοια για τους ΟΒΥ, η οποία συνάντησε σοβαρές επιφυλάξεις από τα μέλη της Επιτροπής. Επαναλαμβάνουμε ότι για τη λήψη αποφάσεων τέτοιας σημασίας χρειάζονται ευρύτατες εθνικές συνεναίσεις, χωρίς τις οποίες περισσότερη ζημιά παρά όφελος δημιουργείται.
Κύριε Πρόεδρε,
κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.
Η Κύπρος, όπως και η οικονομία μας, περνά δύσκολες ώρες. Και είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι χωρίς ισχυρή οικονομία, γίνεται δυσκολότερος ο αντικατοχικός αγώνας που διεξάγουμε. Οι πιέσεις για αποδοχή πλαισίου διαπραγμάτευσης που να προνοεί χρονοδιαγράμματα και επιδιαιτησία γίνονται ασφυκτικές. Το χάιδεμα της άλλης πλευράς από τους ισχυρούς της γης γίνεται εντονότερο και προφανέστερο, αφού ούτε καν η τήρηση των προσχημάτων αποτελεί πλέον προτεραιότητα. Η τουρκική πλευρά παραμένει σταθερή στην αδιαλλαξία της και αλλάζοντας πρόσωπα και προσωπεία εξακολουθεί εργολαβικά να εργάζεται για τη μονιμοποίηση της διχοτόμησης της Κύπρου. Όμως οι επιβουλές της Άγκυρας δεν περιορίζονται μόνο στην κατεχόμενη Κύπρο, αφού πραγματικός στόχος είναι η επικυριαρχία σε ολόκληρη την Κύπρο.
Εμείς, ως Δημοκρατικό Κόμμα, έχουμε διαχρονικά δώσει διαπιστευτήρια έναντι του κυπριακού λαού για τη σταθερότητα των θέσεών μας και για την πιστή τήρηση των αρχών μας. Οι θέσεις και οι αρχές του ΔΗΚΟ είναι γνωστές και είναι καταγεγραμμένες, και αποτελούν το σταθερό καθοδηγητικό φάρο για τη διεκδίκηση των δικαίων του λαού μας και του τόπου μας. Σίγουρα, ο αγώνας που διεξάγουμε δεν είναι εύκολος, αλλά ποτέ δεν ήταν εύκολοι οι αγώνες μας. Μοναδικό μας όπλο είναι η πίστη στο δίκαιο του αγώνα μας και η διαρκής υπόμνηση της ουσίας του Κυπριακού ως προβλήματος εισβολής και κατοχής. Η απόκλιση από την ουσία του Κυπριακού σημαίνει απόκλιση από τη διεκδίκηση των δικαίων του κυπριακού ελληνισμού. Και κάτι τέτοιο δεν πρέπει να επιτραπεί, ούτε από το λαό, ούτε από την πολιτική ηγεσία.
Κύριε Πρόεδρε,
κυρίες και κύριοι συνάδελφοι
Η ενότητα λαού και ηγεσίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη συνέχιση του αγώνα μας. Εξίσου απαραίτητη είναι η ενότητα μεταξύ της πολιτικής ηγεσίας, που μέσα από διεκδικητικότητα και σύνεση πρέπει να εξεύρει κοινές συνισταμένες και να διαμορφώσει σαφές σχέδιο αντιμετώπισης όλων των ενδεχομένων. Ιδιαίτερα μάλιστα ενόψει της τρέχουσας συγκυρίας, η ανάγκη για ενότητα είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Οι πιέσεις που θα αντιμετωπίσουμε στο προσεχές διάστημα θα είναι πολύ μεγάλες για να τις σηκώσουν οι ώμοι του ενός. Χρειάζεται όλοι να συστρατευθούμε για να διαφυλάξουμε το οικοδόμημα της Κυπριακής Δημοκρατίας και να προφυλάξουμε το μέλλον των παιδιών μας.
Σας ευχαριστώ.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινοβουλευτική Δράση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινοβουλευτική Δράση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
17/12/10
16/12/09
Ομιλία στα πλαίσια της συζήτησης για τον Κρατικό Προϋπολογισμό του έτους 2010
Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΑΛΛΟΘΙ:
Ο κρατικός Προϋπολογισμός για το 2010, όπως και ο αντίστοιχος του 2009, διαμορφώθηκε και συζητείται υπό τις πραγματικότητες που δημιούργησε η διεθνής χρηματοοικονομική κρίση. Αν και πέρσι η Βουλή έλαβε σειρά διαβεβαιώσεων για την πλήρη ετοιμότητα της Κυβέρνησης να αντιμετωπίσει και να διαχειριστεί αποτελεσματικά την κατάσταση, που εκτιμάτο ότι δεν θα επηρεάσει έντονα την κυπριακή οικονομία, φέτος συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Δηλαδή, γίνεται η παραδοχή της έντονης επίδρασης που εκ των πραγμάτων ασκεί η οικονομική κρίση στην κυπριακή οικονομία. Μάλιστα, οι αναφορές στην οικονομική κρίση λαμβάνουν τέτοια έκταση και ένταση που δημιουργεί εντύπωση: π.χ. ο Υπουργός Οικονομικών, στην ομιλία του στην Ολομέλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων στις 10 Δεκεμβρίου 2009, ανέφερε τη λέξη «κρίση» 22 φορές. Βεβαίως, η Κυβέρνηση δεν είναι υπεύθυνη για τη διεθνή οικονομική κρίση και για τις επιπτώσεις της. Όμως η Κυβέρνηση είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης στην Κύπρο και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να χρησιμοποιεί την κρίση και την προβληματική οικονομική κατάσταση άλλων χωρών ως άλλοθι για όλα τα προβλήματα της κυπριακής οικονομίας.
ΜΕ ΤΟ ΣΤΑΓΟΝΟΜΕΤΡΟ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ:
Ωστόσο, χαιρετίζουμε με ικανοποίηση την αύξηση των κοινωνικών παροχών κατά 8.9%, ενώ οι κοινωνικές δαπάνες αυξάνονται συνολικά κατά 10.6%. Όμως σημειώνω με προβληματισμό την αναφορά του Υπουργού Οικονομικών (Βουλή - Ολομέλεια, 10 Δεκ. 2009) στην πρόθεση της Κυβέρνησης για «καλύτερη στόχευση των κοινωνικών παροχών και επιδομάτων». Όντως, η δύσκολη οικονομική κατάσταση επιβάλει την στόχευση των μέτρων κοινωνικής πρόνοιας σε αυτούς που τα έχουν περισσότερη ανάγκη. Όμως στην πράξη, «στοχευμένα μέτρα» σημαίνει μέτρα με το σταγονόμετρο. «Καλύτερα στοχευμένα μέτρα», σημαίνει μέτρα με μικρότερο σταγονόμετρο. Αναμένουμε ότι η κοινωνική πολιτική της Κυβέρνησης θα αγγίξει ευρείες ομάδες πολιτών και θα επηρεάσει θετικά τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα και τις αδύνατες κοινωνικές ομάδες, χωρίς να περιοριστεί ασφυκτικά.
ΟΧΙ ΣΤΗ ΘΥΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ:
Επιπλέον, η προβληματική οικονομική κατάσταση δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θυματοποιήσει τον απλό πολίτη και τον απλό εργαζόμενο, του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Οι επαναλαμβανόμενες αναφορές των εκπροσώπων των εργοδοτών για παγιοποίηση μισθών και ωφελημάτων, πλήττουν τα κεκτημένα συμφέροντα των εργαζομένων και δεν πρέπει να γίνουν αποδεκτές. Όμως, στο ίδιο πνεύμα με τους εκπροσώπους των εργοδοτών τοποθετήθηκε και ο Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος ανέφερε χαρακτηριστικά (Βουλή-Ολομέλεια, 10 Δεκ. 2009) ότι στους στόχους της Κυβέρνησης περιλαμβάνεται η «σταδιακή μείωση του κόστους του κρατικού μισθολογίου». Ο Υπουργός Οικονομικών μιας Κυβέρνησης με κοινωνικές ευαισθησίες δεν πρέπει να αναζητά οικονομικούς πόρους στους μισθούς των εργαζομένων και εν πάση περιπτώσει, το κόστος της οικονομικής κρίσης δεν μπορεί και δεν πρέπει να το πληρώσει ο απλός εργαζόμενος.
ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΤΟΚΙΩΝ ΔΑΝΕΙΣΜΟΥ:
Παράλληλα, ο Υπουργός Οικονομικών δεν ομιλεί με την ίδια αυστηρότητα και αποφασιστικότητα όταν αναφέρεται στον τραπεζικό τομέα. Η ικανοποιητική ρευστότητα και η κεφαλαιουχική επάρκεια των τραπεζών προκαλούν ικανοποίηση, όμως για να έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο στην κυπριακή οικονομία πρέπει να επηρεάζουν θετικά τον απλό Κύπριο πολίτη. Παρά τα ενισχυτικά μέτρα που αφορούν τις κυπριακές τράπεζες στα οποία ορθά προχώρησε η Κυβέρνηση, δεν έχει επιτευχθεί ακόμη πραγματική μείωση των επιτοκίων δανεισμού. Η Κυβέρνηση, παρά το ότι ανταποκρίθηκε στα αιτήματα των τραπεζών για αύξηση του ποσού κάλυψης καταθέσεων και έκδοση κρατικών ομολόγων ύψους €3 δις, δεν πέτυχε τη μείωση των δανειστικών επιτοκίων. Αντί αυτού, ο Υπουργός Οικονομικών χαμηλώνει επικίνδυνα τον πήχη, εκφράζοντας την προσδοκία για «συγκράτηση των επιτοκίων» (Βουλή-Ολομέλεια, 10 Δεκ. 2009). Δηλαδή, το μήνυμα που στέλνει ο Υπουργός Οικονομικών στις τράπεζες είναι ότι δεν χρειάζεται να μειώσουν τα επιτόκια δανεισμού, αλλά αρκεί να μην τα αυξήσουν. Οπότε, στο τέλος της ημέρας, εάν οι τράπεζες τα αυξήσουν «λίγο» αντί για «πολύ», η Κυβέρνηση θα είναι ικανοποιημένη. Το θέμα των υψηλών επιτοκίων δανεισμού είναι ιδιαίτερης σημασίας, τόσο για την πραγματική οικονομία όσο και για την καθημερινότητα των Κυπρίων πολιτών, αφού η μείωσή τους θα απελευθερώσει σημαντικές οικονομικές δυνατότητες και θα επηρεάσει θετικά την κυπριακή οικονομία σε διάφορα επίπεδα. Δυστυχώς, η Κυβέρνηση δεν επιδεικνύει την αναμενόμενη αποφασιστικότητα και φαίνεται ότι δεν ιεραρχεί το θέμα ψηλά στις προτεραιότητές της.
ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΕΣ ΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΥΝΑ:
Εφόσον ο Προϋπολογισμός για το 2010 διαμορφώνεται μέσα από τα δεδομένα που δημιουργεί η κρίση, γίνονται οι ανάλογες περικοπές και συγκρατήσεις στα έξοδα ανά τομέα. Ωστόσο, κάποιοι τομείς είναι ιδιαίτερης εθνικής σημασίας και σε αυτούς δεν μπορούν να γίνονται περιορισμοί. Η Άμυνα του τόπου δεν είναι τομέας για εξοικονομήσεις. Ήδη, τα ποσά που δαπανούνται για την Άμυνα είναι περιορισμένα εξαιτίας αντικειμενικών δυσκολιών και πολιτικών παραγόντων, έτσι η οποιαδήποτε περαιτέρω μείωση θα έπρεπε να ήταν απαγορευτική. Δυστυχώς, ο φετινός Προϋπολογισμός για την Άμυνα έχει υποστεί περικοπές, αφού ο συνολικός Προϋπολογισμός για το 2010 παρουσιάζεται μειωμένος κατά 8% σε σχέση με τον αντίστοιχο του 2009.
Στην ομιλία του στην Επιτροπή Οικονομικών, ο Υπουργός Άμυνας ανέφερε ότι «είναι επιβεβλημένη η ενίσχυση και η αναβάθμιση της Άμυνάς μας», όμως στη συνέχεια σημείωσε ότι ο προϋπολογισμός του 2010 «σκοπό έχει να καλύψει κυρίως βασικές δαπάνες συντήρησης και λειτουργίας του Υπουργείου Άμυνας και της Εθνικής Φρουράς». Τόσο μέσα από τα λεγόμενα του Υπουργού, όσο και μέσα από τη μελέτη του Προϋπολογισμού, είναι σαφές ότι δεν μπορούν να επιτυγχάνονται και τα δύο. Ο Προϋπολογισμός που έχουμε ενώπιων μας ούτε ενισχύει, ούτε αναβαθμίζει την ΕΦ, αλλά περιορίζεται στη συντήρηση της λειτουργίας της, η οποία σε κάποιες περιπτώσεις μετατρέπεται σε υπολειτουργία.
ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΗ ΜΕΙΩΣΗ ΔΑΠΑΝΩΝ ΓΙΑ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΟΠΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ:
Ιδιαίτερα σε ορισμένους τομείς, η μείωση των δαπανών είναι τουλάχιστον προκλητική. Παρά τα πρόσφατα ατυχήματα που θα έπρεπε να ευαισθητοποιήσουν, ο φετινός Προϋπολογισμός προβλέπει μείωση των δαπανών για τη συντήρηση του στρατιωτικού οπλισμού και εξοπλισμού και μείωση των δαπανών για την εκπαίδευση και τη μετεκπαίδευση των στελεχών της Εθνικής Φρουράς.
Συγκεκριμένα, προϋπολογίζεται μείωση των δαπανών για τη συντήρηση στρατοπέδων και εγκαταστάσεων, σκαφών, αεροσκαφών, οπλισμού και άλλου στρατιωτικού και ιατρικού εξοπλισμού. Η συντήρηση του στρατιωτικού οπλισμού και εξοπλισμού δεν είναι τομέας για εξοικονομήσεις. Τα όπλα που χειρίζονται τα παιδιά μας, τα όπλα που θα χρησιμοποιηθούν σε περίπτωση κρίσης, δεν είναι αντικείμενο για περικοπές δαπανών. Εφόσον πέρσι υπολογίστηκε να ξοδευτούν περισσότερα χρήματα για τη συντήρηση του οπλισμού, πώς είναι δυνατόν φέτος να χρειάζονται λιγότερα χρήματα; Είτε έχει μειωθεί ο οπλισμός, είτε κάποια οπλικά συστήματα θα μείνουν ασυντήρητα. Για τα ένοπλα τμήματα, ο ασυντήρητος οπλισμός είναι κίνδυνος μεγαλύτερος από την όποια εχθρική απειλή και η στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της Εθνικής Φρουράς πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους άμεσα και έγκαιρα.
Οι προκλητικές περικοπές δαπανών είναι ακόμη εντονότερες στον τομέα της εκπαίδευσης και της μετεκπαίδευσης των στελεχών της Εθνικής Φρουράς. Η επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό του στρατού μας είναι ιδιαίτερα σημαντική παράμετρος της εδραίωσης του αισθήματος ασφάλειας μεταξύ των πολιτών και του υψηλού ηθικού μεταξύ αυτών που στελεχώνουν την Εθνική Φρουρά. Όμως, στο φετινό προϋπολογισμό, το ποσό που προϋπολογίζεται να δαπανηθεί για την εκπαίδευση του προσωπικού και για τη συμμετοχή σε εκπαιδευτικά σεμινάρια, είναι περίπου το μισό σε σχέση με το αντίστοιχο του 2009, ενώ είναι περίπου το 1/3 σε σχέση με το αντίστοιχο του 2008. Συγκεκριμένα, ενώ το 2008 διατέθηκαν €5.499.166 (αντίστοιχα ήταν τα ποσά που είχαν διατεθεί για τα έτη 2007 και 2006), το 2009 διατέθηκαν €3.467.500 και για το 2010 προγραμματίζεται να διατεθούν μόλις €1.412.000. Δηλαδή γίνεται μια τεράστια περικοπή σε ένα τομέα που θα έπρεπε να συγκέντρωνε πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον, προκαλώντας απορίες και ερωτηματικά. Οι σύγχρονες υπηρεσιακές ανάγκες της Εθνικής Φρουράς είναι τέτοιες που δεν επιτρέπουν τον εφησυχασμό και την αξιοποίηση της παλιάς γνώσης. Το σύγχρονο επιχειρησιακό περιβάλλον είναι απαιτητικό και διαρκώς εξελισσόμενο και δεν αφήνει περιθώρια για εξοικονομήσεις.
ΑΛΧΗΜΕΙΕΣ ΣΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΥΝΑ:
Πέρα από αυτά όμως, είναι σημαντικό να καταγραφεί από το βήμα της Ολομέλειας της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι ο Προϋπολογισμός του Υπουργείου Άμυνας παρουσιάζει κάποιες σοβαρές δομικές αδυναμίες που μπορούν να χαρακτηριστούν και ως αλχημείες. Ως γνωστόν, ο συγκεκριμένος Προϋπολογισμός αποτελείται από τέσσερις επί μέρους Προϋπολογισμούς: του Υπουργείου Άμυνας, του Κυπριακού Στρατού, της Εθνικής Φρουράς και της Αμυντικής Θωράκισης. Το άθροισμα των τεσσάρων Προϋπολογισμών αποτελεί το συνολικό Προϋπολογισμό του Υπουργείου Άμυνας που κατατίθεται προς έγκριση στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Όμως, διαπιστώθηκε ότι συγκεκριμένες ταυτόσημες δαπάνες αναφέρονται ταυτόχρονα σε δύο τμήματα του Προϋπολογισμού. Δηλαδή, συγκεκριμένη δαπάνη είναι καταγεγραμμένη τόσο στον Προϋπολογισμό της Εθνικής Φρουράς όσο και στον Προϋπολογισμό της Αμυντικής Θωράκισης. Το συγκεκριμένο γεγονός προκαλεί απορία, η οποία αν και κατατέθηκε τόσο στην Επιτροπή Οικονομικών όσο και στην Επιτροπή Άμυνας, οι εκπρόσωποι του Υπουργείου δεν έδωσαν πειστικές απαντήσεις.
ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΡΟΥΡΑΣ Η ΦΥΓΟΣΤΡΑΤΙΑ:
Όταν αναφερόμαστε στα θέματα που αφορούν την Εθνική Φρουρά, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το σημαντικότερο ίσως πρόβλημα που απειλεί την ύπαρξή της είναι το φαινόμενο της φυγοστρατίας. Το φαινόμενο της φυγοστρατίας τραυματίζει τη μαχητικότητα της Εθνικής Φρουράς, θυματοποιεί τους υπεύθυνους Εθνοφρουρούς και διαβρώνει τη συνοχή της κυπριακής κοινωνίας. Η φυγοστρατία συνίσταται στην επιπόλαιη αποφυγή του καθήκοντος της υπηρεσίας προς την πολιτεία, είτε δια της επίκλησης δήθεν προβλημάτων ψυχικής υγείας, είτε δια της επίκλησης της λεγόμενης «δυσκολίας προσαρμογής στο στρατιωτικό περιβάλλον», είτε δια της επίκλησης δήθεν σωματικών παθήσεων. Η αποφυγή της στράτευσης γίνεται πλέον η επιλογή όσων προτιμούν να θέσουν το προσωπικό συμφέρον πάνω από το γενικό καλό και να επιφορτίσουν λόγω της απουσίας τους με επιπλέον βάρη όσους θα είναι παρόντες. Και δυστυχώς αυτή η επιλογή γίνεται εξελικτικά αποδεκτή ως ανεκτή και ηθικά νόμιμη επιλογή για τους νέους μας.
ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΦΥΓΟΣΤΡΑΤΙΑΣ:
Το ενδιαφέρον του Δημοκρατικού Κόμματος για το θέμα της φυγοστρατίας είναι διαχρονικό και έντονο, αφού από το 2006 καταθέσαμε Πρόταση Νόμου που προνοούσε αποτελεσματικές λειτουργίες αντιμετώπισης του προβλήματος και επισημάναμε επανειλημμένα - τόσο στην Επιτροπή Άμυνας της Βουλής όσο και δημόσια - την ανεπάρκεια των έως τώρα νομοθετικών ρυθμίσεων. Στις 9 Ιουλίου 2009, συζητήθηκε στο Κεφάλαιο Δ΄ της Ολομέλειας της Βουλής των Αντιπροσώπων θέμα με τίτλο «Το φαινόμενο της φυγοστρατίας, οι επιπτώσεις του στην Εθνική Φρουρά και την κυπριακή κοινωνία», που εγγράψαμε εκ μέρους της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΔΗΚΟ. Στις 7 Ιουλίου 2009, πραγματοποιήθηκε ειδική συνάντηση αντιπροσωπίας του Δημοκρατικού Κόμματος με τον Υπουργό Άμυνας, όπου επιδόθηκε αναλυτικό Υπόμνημα με κωδικοποιημένες προτάσεις του ΔΗΚΟ σχετικά με την πρόληψη και την αντιμετώπιση του φαινομένου της φυγοστρατίας.
ΑΔΡΑΝΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΦΥΓΟΣΤΡΑΤΙΑΣ:
Τότε, ο Υπουργός Άμυνας συμφώνησε με το σύνολο των προτάσεων του ΔΗΚΟ και δεσμεύτηκε ότι εντός του Φθινοπώρου θα κατατίθετο στη Βουλή Νομοσχέδιο που θα τροποποιούσε αποτελεσματικά τη Νομοθεσία που διέπει την εναλλακτική θητεία των στρατευσίμων και τη Νομοθεσία που διέπει την απαλλαγή από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις για λόγους υγείας. Παρά το ότι έχει περάσει αρκετός χρόνος και εντός μερικών εβδομάδων θα πραγματοποιηθεί η κατάταξη της νέας σειράς εθνοφρουρών, το Υπουργείο Άμυνας δεν έχει προβεί σε καμία νομοθετική πρωτοβουλία αντιμετώπισης του προβλήματος. Επίσης, το Υπουργείο Άμυνας δεν έχει προβεί σε καμία άλλη ενέργεια που να αντιμετωπίζει το πρόβλημα και δεν υιοθέτησε καμία από τις 14 προτάσεις που κατέθεσε το ΔΗΚΟ σχετικά με το θέμα. Η φυγοστρατία δεν γίνεται να μας απασχολεί μία φορά το χρόνο κατά την περίοδο της μεγάλης κατάταξης των εθνοφρουρών τον Ιούνιο. Το Υπουργείο Άμυνας έχει ευθύνη να ενεργοποιηθεί άμεσα και να αναλάβει ουσιαστικές πρωτοβουλίες, όπως αυτές που εισηγήθηκε αναλυτικά και τεκμηριωμένα το Δημοκρατικό Κόμμα.
Επαναλαμβάνω ότι για τη λειτουργική υλοποίηση αυτών των προτάσεων, είναι απαραίτητη η δημιουργία «Εθνικής Επιτροπής Αντιμετώπισης του Φαινομένου της Φυγοστρατίας», υπό την ευθύνη του Υπουργείου Άμυνας, στην οποία θα συμμετέχουν το Υπουργείο Άμυνας, το Υπουργείο Παιδείας, το Υπουργείο Εργασίας, η Επιτροπή Άμυνας της Βουλής και ο Οργανισμός Νεολαίας Κύπρου, ώστε να προωθηθούν μέσα από τον απαραίτητο συντονισμό οι κατάλληλες νομοθετικές και διοικητικές πρωτοβουλίες.
ΜΕΙΩΣΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΘΗΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΜΨΗ ΗΘΙΚΟΥ:
Όμως, το θέμα της φυγοστρατίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη φιλολογία και την παραφιλολογία που αφορά τη μείωση της στρατιωτικής θητείας. Τα θέματα που αφορούν την άμυνα και την ασφάλεια του τόπου πρέπει κατά κανόνα να προσεγγίζονται με σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Δυστυχώς, αυτός ο κανόνας φαίνεται ότι στην πράξη δεν τηρείται. Είναι γεγονός ότι όλοι επιθυμούμε τη μείωση της διάρκειας της στρατιωτικής θητείας, η οποία εκ των πραγμάτων έχει μεγάλη χρονική έκταση. Όμως είναι επίσης γεγονός ότι οι επιθυμίες δεν είναι πάντοτε εφικτές. Για το συγκεκριμένο θέμα, η επιθυμία απέχει από την πραγματικότητα τόσο, ώστε η προσπάθεια για μετατροπή της επιθυμίας σε πράξη ενέχει μεγάλους κινδύνους. Η όλη συζήτηση δημιουργεί τεράστια αναστάτωση στους εθνοφρουρούς και στις οικογένειές τους, κάμπτει το ηθικό των στρατιωτών αφού κρίνονται ως πλεονάζοντες και ταυτόχρονα δίνει άλλοθι στους φυγόστρατους.
ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΚΑΙ ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΘΗΤΕΙΑΣ:
Πριν από δύο χρόνια, από το ίδιο βήμα είχα αναφέρει ότι εν όψει των τότε επικείμενων προεδρικών εκλογών του 2008, ο ΔΗΣΥ αναμασούσε το ξαναζεσταμένο φαγητό της μείωσης της στρατιωτικής θητείας διεκδικώντας μια χούφτα ψήφους, συμπαρασύροντας ως ουραγό το ΑΚΕΛ που επίσης πλειοδοτούσε για μείωση της διάρκειας της στρατιωτικής θητείας. Τότε ο ΔΗΣΥ ήταν κατηγορηματικός και ο κ. Κασουλίδης υποσχόταν ότι λίγους μήνες μετά την εκλογή του, η διάρκεια της στρατιωτικής θητείας θα περιοριζόταν στους 14 μήνες. Το ΑΚΕΛ ήταν πιο προσεκτικό, αφού παρά την καταχρηστική ανάγνωση ορισμένων, η ακριβής αναφορά στο προεκλογικό πρόγραμμα του Προέδρου Χριστόφια αφορούσε τη «μελέτη του ενδεχομένου μείωσης της θητείας από τους 25 στους 19 μήνες».
Αμέσως μετά από την εκλογή του Προέδρου Χριστόφια, ο Υπουργός Άμυνας και οι επιτελείς του δήλωσαν επανειλημμένα ότι η μείωση της στρατιωτικής θητείας επίκειται, ότι έχουν γίνει όλες οι απαραίτητες ενέργειες προετοιμασίας και ότι η μείωση θα έχει άμεση εφαρμογή. Το Δημοκρατικό Κόμμα, βασιζόμενο σε τεχνοκρατικές μελέτες και στις τοποθετήσεις του ΓΕΕΦ, είχε εξαρχής αναγνωρίσει την αδυναμία της Εθνικής Φρουράς να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της με μειωμένο έμψυχο δυναμικό και είχε χαρακτηρίσει ως πρακτικά αδύνατη τη μείωση της στρατιωτικής θητείας χωρίς να ευνουχιστεί η Εθνική Φρουρά. Είχαμε έγκαιρα προβλέψει ότι ο σχεδιασμός για τη μείωση της στρατιωτικής θητείας χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένες αδυναμίες που, τόσο άμεσα όσο και εξελικτικά, θα δημιουργούσουν σοβαρά προβλήματα στην αμυντική θωράκιση του τόπου. Συγκεκριμένα, για το θέμα της μείωσης της στρατιωτικής θητείας σε συνάρτηση με το πρόβλημα της φυγοστρατίας, είχαμε έγκαιρα εκτιμήσει ότι αφού η οροφή της στελέχωσης της ΕΦ θα μειωθεί ουσιαστικά, περιοριζόμενη στο σημείο της ελάχιστης δυνατής στελέχωσης, στην πράξη θα δημιουργείτο μία πολύ εύθραυστη κατάσταση, λόγω του διαρκώς αυξανόμενου ποσοστού της φυγοστρατίας. Έτσι, ο αριθμός των υπηρετούντων στρατιωτών θα ήταν κατά πολύ μικρότερος από τον προβλεπόμενο ως ελάχιστο με τις ανάλογες συνέπειες. Όταν το ΔΗΚΟ προέβαινε σε αυτές τις διαπιστώσεις, κάποιοι έσπευσαν να μας χαρακτηρίσουν ειρωνικά ως «στρατηγούς» και ως «ειδήμονες», διεκδικώντας την αποκλειστικότητα και την απόλυτη σοφία για τη διαχείριση των θεμάτων της άμυνας και της ασφάλειας του τόπου. Μάλιστα, ο Υπουργός Άμυνας είχε δηλώσει ότι όσοι ασκούν κριτική για το θέμα της μείωσης της θητείας, «θα πρέπει να σκέφτονται πρώτα και μετά να χρησιμοποιούν τη γλώσσα τους» (10 Ιαν. 2009).
ΠΑΡΑΔΟΧΗ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΜΥΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΜΕΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΘΗΤΕΙΑΣ:
Ωστόσο, πριν από μερικούς μήνες, ο Υπουργός Άμυνας παραδέχθηκε δημόσια ότι η μείωση της στρατιωτικής θητείας είναι πρακτικά αδύνατη. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, ο Υπουργός Άμυνας δήλωσε ότι «δεν πρέπει να γίνονται σκέψεις για μείωση της στρατιωτικής θητείας» και πρόσθεσε ότι «είναι ουτοπία να σκέφτεται κανείς το ενδεχόμενο μείωσης της θητείας». Η δήλωση του Υπουργού Άμυνας είναι ορθή, αλλά δυστυχώς είναι ετεροχρονισμένη. Επειδή στο μεσοδιάστημα προκλήθηκε τεράστια αναστάτωση στους κόλπους της νεολαίας μας και στους κόλπους της Εθνικής Φρουράς. Τουλάχιστον ο κ. Παπακώστας αναγνώρισε τον λανθασμένο προσανατολισμό της πολιτικής του και στα πλαίσια της προεκλογικής δέσμευσης του Προέδρου της Δημοκρατίας παραδέχτηκε ότι αφού μελετήθηκε η προοπτική μείωσης της θητείας στους 19 μήνες διαπιστώθηκε ότι αυτή είναι αδύνατη. Αναμένω ότι εξίσου θαρραλέα mea culpa θα ακουστούν και από τις πλευρές της Βουλής που υποστήριξαν με σθένος αυτή την αδιέξοδη επιλογή. Επειδή τελικά αποδεικνύεται ότι δεν είναι εμείς, αλλά κάποιοι άλλοι που, κατά τον Υπουργό, χρησιμοποιούσαν τη γλώσσα τους χωρίς να σκέφτονται.
ΕΝΤΑΞΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΣΤΟ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ:
Τέλος, θα ήθελα να επαναλάβω τη θέση του ΔΗΚΟ σε σχέση με την ανάγκη άμεσης υποβολής αίτησης ένταξης στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη. Εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία επιθυμεί την αναβάθμιση της εθνικής ασφάλειας και την ενίσχυση της περιφερειακής και διεθνούς σταθερότητας, έχει καθήκον να αναλάβει πρωτοβουλίες που συνδράμουν στη διεθνή συνεργασία για την επίτευξη αυτών των στόχων. Η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να λειτουργήσει αναδεικνυόμενη σε κρίσιμο παράγοντα διαμόρφωσης περιφερειακών συνθηκών ασφάλειας, σε κομβικό σταθεροποιητικό παράγοντα της περιοχής και κυρίως σε ζωτικό σύνδεσμο της Ευρώπης με την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Το ΔΗΚΟ θεωρεί ότι η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να λειτουργήσει προς αυτή την κατεύθυνση με την άμεση υποβολή αίτησης ένταξης στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη, ώστε να καταστήσει πλήρη και ολοκληρωμένη τη συμμετοχή της ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να διευρύνει το ρόλο της ως παράγοντας ειρήνης και συνεργασίας και ώστε να ενισχύσει τη γεωπολιτική δυνατότητα της Κύπρου με την προοπτική της ενεργού πολιτικής αξιοποίησης.
ΑΝΤΙΚΑΤΟΧΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ:
Ως κυπριακός ελληνισμός, διεξάγουμε ένα αντικατοχικό αγώνα εθνικής επιβίωσης στα πλαίσια του οποίου πρέπει να αξιοποιήσουμε όλα τα προσφερόμενα πολιτικά μέσα. Σε αυτή την προσπάθεια πρέπει να παραμένουμε στοχοπροσηλωμένοι στις αρχές και στις αξίες αυτού του αγώνα. Στόχος μας είναι η επανένωση της Κύπρου, στόχος μας είναι η απελευθέρωση της Κύπρου. Στόχος μας είναι η δημιουργία ενός περιβάλλοντος ειρήνης και ασφάλειας, όπου όλοι οι νόμιμοι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας θα μπορούν να ζουν ελεύθεροι σε ένα κράτος δικαίου. Η λύση του κυπριακού πρέπει να αποκαθιστά τους πληγέντες της εισβολής. Όμως ταυτόχρονα πρέπει να καθιστά τις επόμενες γενιές, ισότιμους πολίτες ενός κυρίαρχου κράτους, χωρίς κανένα Τούρκο στρατιώτη, χωρίς καμία τουρκική εγγύηση, χωρίς κανένα τουρκικό επεμβατικό δικαίωμα.
ΕΓΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΜΥΝΑΣ:
Παρά τις επιφυλάξεις που αναφέρθηκαν, το Δημοκρατικό Κόμμα θα εγκρίνει τον Προϋπολογισμό του Υπουργείου Άμυνας για το έτος 2010. Όμως, καταγράφουμε ότι πρόκειται να αξιοποιήσουμε πλήρως τις δυνατότητες που μας παρέχονται στα πλαίσια της Βουλής των Αντιπροσώπων για έλεγχο τόσο των αποδεσμεύσεων κονδυλίων όσο και των απελευθερώσεων διαβούλευσης, αφού εξάλλου αυτό επιβάλει η άσκηση του κοινοβουλευτικού ελέγχου για τον οποίο έχουμε την αρμοδιότητα. Αναμένουμε ότι το Υπουργείο Άμυνας θα επανέλθει με συμπληρωματικούς Προϋπολογισμούς για τους τομείς στου οποίους έχουν καταγραφεί σοβαρές αδυναμίες και βρισκόμαστε στη διάθεση του Υπουργείου για συνεργασία προς αυτή την κατεύθυνση.
Ο κρατικός Προϋπολογισμός για το 2010, όπως και ο αντίστοιχος του 2009, διαμορφώθηκε και συζητείται υπό τις πραγματικότητες που δημιούργησε η διεθνής χρηματοοικονομική κρίση. Αν και πέρσι η Βουλή έλαβε σειρά διαβεβαιώσεων για την πλήρη ετοιμότητα της Κυβέρνησης να αντιμετωπίσει και να διαχειριστεί αποτελεσματικά την κατάσταση, που εκτιμάτο ότι δεν θα επηρεάσει έντονα την κυπριακή οικονομία, φέτος συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Δηλαδή, γίνεται η παραδοχή της έντονης επίδρασης που εκ των πραγμάτων ασκεί η οικονομική κρίση στην κυπριακή οικονομία. Μάλιστα, οι αναφορές στην οικονομική κρίση λαμβάνουν τέτοια έκταση και ένταση που δημιουργεί εντύπωση: π.χ. ο Υπουργός Οικονομικών, στην ομιλία του στην Ολομέλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων στις 10 Δεκεμβρίου 2009, ανέφερε τη λέξη «κρίση» 22 φορές. Βεβαίως, η Κυβέρνηση δεν είναι υπεύθυνη για τη διεθνή οικονομική κρίση και για τις επιπτώσεις της. Όμως η Κυβέρνηση είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης στην Κύπρο και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να χρησιμοποιεί την κρίση και την προβληματική οικονομική κατάσταση άλλων χωρών ως άλλοθι για όλα τα προβλήματα της κυπριακής οικονομίας.
ΜΕ ΤΟ ΣΤΑΓΟΝΟΜΕΤΡΟ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ:
Ωστόσο, χαιρετίζουμε με ικανοποίηση την αύξηση των κοινωνικών παροχών κατά 8.9%, ενώ οι κοινωνικές δαπάνες αυξάνονται συνολικά κατά 10.6%. Όμως σημειώνω με προβληματισμό την αναφορά του Υπουργού Οικονομικών (Βουλή - Ολομέλεια, 10 Δεκ. 2009) στην πρόθεση της Κυβέρνησης για «καλύτερη στόχευση των κοινωνικών παροχών και επιδομάτων». Όντως, η δύσκολη οικονομική κατάσταση επιβάλει την στόχευση των μέτρων κοινωνικής πρόνοιας σε αυτούς που τα έχουν περισσότερη ανάγκη. Όμως στην πράξη, «στοχευμένα μέτρα» σημαίνει μέτρα με το σταγονόμετρο. «Καλύτερα στοχευμένα μέτρα», σημαίνει μέτρα με μικρότερο σταγονόμετρο. Αναμένουμε ότι η κοινωνική πολιτική της Κυβέρνησης θα αγγίξει ευρείες ομάδες πολιτών και θα επηρεάσει θετικά τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα και τις αδύνατες κοινωνικές ομάδες, χωρίς να περιοριστεί ασφυκτικά.
ΟΧΙ ΣΤΗ ΘΥΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ:
Επιπλέον, η προβληματική οικονομική κατάσταση δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θυματοποιήσει τον απλό πολίτη και τον απλό εργαζόμενο, του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Οι επαναλαμβανόμενες αναφορές των εκπροσώπων των εργοδοτών για παγιοποίηση μισθών και ωφελημάτων, πλήττουν τα κεκτημένα συμφέροντα των εργαζομένων και δεν πρέπει να γίνουν αποδεκτές. Όμως, στο ίδιο πνεύμα με τους εκπροσώπους των εργοδοτών τοποθετήθηκε και ο Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος ανέφερε χαρακτηριστικά (Βουλή-Ολομέλεια, 10 Δεκ. 2009) ότι στους στόχους της Κυβέρνησης περιλαμβάνεται η «σταδιακή μείωση του κόστους του κρατικού μισθολογίου». Ο Υπουργός Οικονομικών μιας Κυβέρνησης με κοινωνικές ευαισθησίες δεν πρέπει να αναζητά οικονομικούς πόρους στους μισθούς των εργαζομένων και εν πάση περιπτώσει, το κόστος της οικονομικής κρίσης δεν μπορεί και δεν πρέπει να το πληρώσει ο απλός εργαζόμενος.
ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΤΟΚΙΩΝ ΔΑΝΕΙΣΜΟΥ:
Παράλληλα, ο Υπουργός Οικονομικών δεν ομιλεί με την ίδια αυστηρότητα και αποφασιστικότητα όταν αναφέρεται στον τραπεζικό τομέα. Η ικανοποιητική ρευστότητα και η κεφαλαιουχική επάρκεια των τραπεζών προκαλούν ικανοποίηση, όμως για να έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο στην κυπριακή οικονομία πρέπει να επηρεάζουν θετικά τον απλό Κύπριο πολίτη. Παρά τα ενισχυτικά μέτρα που αφορούν τις κυπριακές τράπεζες στα οποία ορθά προχώρησε η Κυβέρνηση, δεν έχει επιτευχθεί ακόμη πραγματική μείωση των επιτοκίων δανεισμού. Η Κυβέρνηση, παρά το ότι ανταποκρίθηκε στα αιτήματα των τραπεζών για αύξηση του ποσού κάλυψης καταθέσεων και έκδοση κρατικών ομολόγων ύψους €3 δις, δεν πέτυχε τη μείωση των δανειστικών επιτοκίων. Αντί αυτού, ο Υπουργός Οικονομικών χαμηλώνει επικίνδυνα τον πήχη, εκφράζοντας την προσδοκία για «συγκράτηση των επιτοκίων» (Βουλή-Ολομέλεια, 10 Δεκ. 2009). Δηλαδή, το μήνυμα που στέλνει ο Υπουργός Οικονομικών στις τράπεζες είναι ότι δεν χρειάζεται να μειώσουν τα επιτόκια δανεισμού, αλλά αρκεί να μην τα αυξήσουν. Οπότε, στο τέλος της ημέρας, εάν οι τράπεζες τα αυξήσουν «λίγο» αντί για «πολύ», η Κυβέρνηση θα είναι ικανοποιημένη. Το θέμα των υψηλών επιτοκίων δανεισμού είναι ιδιαίτερης σημασίας, τόσο για την πραγματική οικονομία όσο και για την καθημερινότητα των Κυπρίων πολιτών, αφού η μείωσή τους θα απελευθερώσει σημαντικές οικονομικές δυνατότητες και θα επηρεάσει θετικά την κυπριακή οικονομία σε διάφορα επίπεδα. Δυστυχώς, η Κυβέρνηση δεν επιδεικνύει την αναμενόμενη αποφασιστικότητα και φαίνεται ότι δεν ιεραρχεί το θέμα ψηλά στις προτεραιότητές της.
ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΕΣ ΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΥΝΑ:
Εφόσον ο Προϋπολογισμός για το 2010 διαμορφώνεται μέσα από τα δεδομένα που δημιουργεί η κρίση, γίνονται οι ανάλογες περικοπές και συγκρατήσεις στα έξοδα ανά τομέα. Ωστόσο, κάποιοι τομείς είναι ιδιαίτερης εθνικής σημασίας και σε αυτούς δεν μπορούν να γίνονται περιορισμοί. Η Άμυνα του τόπου δεν είναι τομέας για εξοικονομήσεις. Ήδη, τα ποσά που δαπανούνται για την Άμυνα είναι περιορισμένα εξαιτίας αντικειμενικών δυσκολιών και πολιτικών παραγόντων, έτσι η οποιαδήποτε περαιτέρω μείωση θα έπρεπε να ήταν απαγορευτική. Δυστυχώς, ο φετινός Προϋπολογισμός για την Άμυνα έχει υποστεί περικοπές, αφού ο συνολικός Προϋπολογισμός για το 2010 παρουσιάζεται μειωμένος κατά 8% σε σχέση με τον αντίστοιχο του 2009.
Στην ομιλία του στην Επιτροπή Οικονομικών, ο Υπουργός Άμυνας ανέφερε ότι «είναι επιβεβλημένη η ενίσχυση και η αναβάθμιση της Άμυνάς μας», όμως στη συνέχεια σημείωσε ότι ο προϋπολογισμός του 2010 «σκοπό έχει να καλύψει κυρίως βασικές δαπάνες συντήρησης και λειτουργίας του Υπουργείου Άμυνας και της Εθνικής Φρουράς». Τόσο μέσα από τα λεγόμενα του Υπουργού, όσο και μέσα από τη μελέτη του Προϋπολογισμού, είναι σαφές ότι δεν μπορούν να επιτυγχάνονται και τα δύο. Ο Προϋπολογισμός που έχουμε ενώπιων μας ούτε ενισχύει, ούτε αναβαθμίζει την ΕΦ, αλλά περιορίζεται στη συντήρηση της λειτουργίας της, η οποία σε κάποιες περιπτώσεις μετατρέπεται σε υπολειτουργία.
ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΗ ΜΕΙΩΣΗ ΔΑΠΑΝΩΝ ΓΙΑ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΟΠΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ:
Ιδιαίτερα σε ορισμένους τομείς, η μείωση των δαπανών είναι τουλάχιστον προκλητική. Παρά τα πρόσφατα ατυχήματα που θα έπρεπε να ευαισθητοποιήσουν, ο φετινός Προϋπολογισμός προβλέπει μείωση των δαπανών για τη συντήρηση του στρατιωτικού οπλισμού και εξοπλισμού και μείωση των δαπανών για την εκπαίδευση και τη μετεκπαίδευση των στελεχών της Εθνικής Φρουράς.
Συγκεκριμένα, προϋπολογίζεται μείωση των δαπανών για τη συντήρηση στρατοπέδων και εγκαταστάσεων, σκαφών, αεροσκαφών, οπλισμού και άλλου στρατιωτικού και ιατρικού εξοπλισμού. Η συντήρηση του στρατιωτικού οπλισμού και εξοπλισμού δεν είναι τομέας για εξοικονομήσεις. Τα όπλα που χειρίζονται τα παιδιά μας, τα όπλα που θα χρησιμοποιηθούν σε περίπτωση κρίσης, δεν είναι αντικείμενο για περικοπές δαπανών. Εφόσον πέρσι υπολογίστηκε να ξοδευτούν περισσότερα χρήματα για τη συντήρηση του οπλισμού, πώς είναι δυνατόν φέτος να χρειάζονται λιγότερα χρήματα; Είτε έχει μειωθεί ο οπλισμός, είτε κάποια οπλικά συστήματα θα μείνουν ασυντήρητα. Για τα ένοπλα τμήματα, ο ασυντήρητος οπλισμός είναι κίνδυνος μεγαλύτερος από την όποια εχθρική απειλή και η στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της Εθνικής Φρουράς πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους άμεσα και έγκαιρα.
Οι προκλητικές περικοπές δαπανών είναι ακόμη εντονότερες στον τομέα της εκπαίδευσης και της μετεκπαίδευσης των στελεχών της Εθνικής Φρουράς. Η επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό του στρατού μας είναι ιδιαίτερα σημαντική παράμετρος της εδραίωσης του αισθήματος ασφάλειας μεταξύ των πολιτών και του υψηλού ηθικού μεταξύ αυτών που στελεχώνουν την Εθνική Φρουρά. Όμως, στο φετινό προϋπολογισμό, το ποσό που προϋπολογίζεται να δαπανηθεί για την εκπαίδευση του προσωπικού και για τη συμμετοχή σε εκπαιδευτικά σεμινάρια, είναι περίπου το μισό σε σχέση με το αντίστοιχο του 2009, ενώ είναι περίπου το 1/3 σε σχέση με το αντίστοιχο του 2008. Συγκεκριμένα, ενώ το 2008 διατέθηκαν €5.499.166 (αντίστοιχα ήταν τα ποσά που είχαν διατεθεί για τα έτη 2007 και 2006), το 2009 διατέθηκαν €3.467.500 και για το 2010 προγραμματίζεται να διατεθούν μόλις €1.412.000. Δηλαδή γίνεται μια τεράστια περικοπή σε ένα τομέα που θα έπρεπε να συγκέντρωνε πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον, προκαλώντας απορίες και ερωτηματικά. Οι σύγχρονες υπηρεσιακές ανάγκες της Εθνικής Φρουράς είναι τέτοιες που δεν επιτρέπουν τον εφησυχασμό και την αξιοποίηση της παλιάς γνώσης. Το σύγχρονο επιχειρησιακό περιβάλλον είναι απαιτητικό και διαρκώς εξελισσόμενο και δεν αφήνει περιθώρια για εξοικονομήσεις.
ΑΛΧΗΜΕΙΕΣ ΣΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΥΝΑ:
Πέρα από αυτά όμως, είναι σημαντικό να καταγραφεί από το βήμα της Ολομέλειας της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι ο Προϋπολογισμός του Υπουργείου Άμυνας παρουσιάζει κάποιες σοβαρές δομικές αδυναμίες που μπορούν να χαρακτηριστούν και ως αλχημείες. Ως γνωστόν, ο συγκεκριμένος Προϋπολογισμός αποτελείται από τέσσερις επί μέρους Προϋπολογισμούς: του Υπουργείου Άμυνας, του Κυπριακού Στρατού, της Εθνικής Φρουράς και της Αμυντικής Θωράκισης. Το άθροισμα των τεσσάρων Προϋπολογισμών αποτελεί το συνολικό Προϋπολογισμό του Υπουργείου Άμυνας που κατατίθεται προς έγκριση στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Όμως, διαπιστώθηκε ότι συγκεκριμένες ταυτόσημες δαπάνες αναφέρονται ταυτόχρονα σε δύο τμήματα του Προϋπολογισμού. Δηλαδή, συγκεκριμένη δαπάνη είναι καταγεγραμμένη τόσο στον Προϋπολογισμό της Εθνικής Φρουράς όσο και στον Προϋπολογισμό της Αμυντικής Θωράκισης. Το συγκεκριμένο γεγονός προκαλεί απορία, η οποία αν και κατατέθηκε τόσο στην Επιτροπή Οικονομικών όσο και στην Επιτροπή Άμυνας, οι εκπρόσωποι του Υπουργείου δεν έδωσαν πειστικές απαντήσεις.
ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΡΟΥΡΑΣ Η ΦΥΓΟΣΤΡΑΤΙΑ:
Όταν αναφερόμαστε στα θέματα που αφορούν την Εθνική Φρουρά, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το σημαντικότερο ίσως πρόβλημα που απειλεί την ύπαρξή της είναι το φαινόμενο της φυγοστρατίας. Το φαινόμενο της φυγοστρατίας τραυματίζει τη μαχητικότητα της Εθνικής Φρουράς, θυματοποιεί τους υπεύθυνους Εθνοφρουρούς και διαβρώνει τη συνοχή της κυπριακής κοινωνίας. Η φυγοστρατία συνίσταται στην επιπόλαιη αποφυγή του καθήκοντος της υπηρεσίας προς την πολιτεία, είτε δια της επίκλησης δήθεν προβλημάτων ψυχικής υγείας, είτε δια της επίκλησης της λεγόμενης «δυσκολίας προσαρμογής στο στρατιωτικό περιβάλλον», είτε δια της επίκλησης δήθεν σωματικών παθήσεων. Η αποφυγή της στράτευσης γίνεται πλέον η επιλογή όσων προτιμούν να θέσουν το προσωπικό συμφέρον πάνω από το γενικό καλό και να επιφορτίσουν λόγω της απουσίας τους με επιπλέον βάρη όσους θα είναι παρόντες. Και δυστυχώς αυτή η επιλογή γίνεται εξελικτικά αποδεκτή ως ανεκτή και ηθικά νόμιμη επιλογή για τους νέους μας.
ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΦΥΓΟΣΤΡΑΤΙΑΣ:
Το ενδιαφέρον του Δημοκρατικού Κόμματος για το θέμα της φυγοστρατίας είναι διαχρονικό και έντονο, αφού από το 2006 καταθέσαμε Πρόταση Νόμου που προνοούσε αποτελεσματικές λειτουργίες αντιμετώπισης του προβλήματος και επισημάναμε επανειλημμένα - τόσο στην Επιτροπή Άμυνας της Βουλής όσο και δημόσια - την ανεπάρκεια των έως τώρα νομοθετικών ρυθμίσεων. Στις 9 Ιουλίου 2009, συζητήθηκε στο Κεφάλαιο Δ΄ της Ολομέλειας της Βουλής των Αντιπροσώπων θέμα με τίτλο «Το φαινόμενο της φυγοστρατίας, οι επιπτώσεις του στην Εθνική Φρουρά και την κυπριακή κοινωνία», που εγγράψαμε εκ μέρους της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΔΗΚΟ. Στις 7 Ιουλίου 2009, πραγματοποιήθηκε ειδική συνάντηση αντιπροσωπίας του Δημοκρατικού Κόμματος με τον Υπουργό Άμυνας, όπου επιδόθηκε αναλυτικό Υπόμνημα με κωδικοποιημένες προτάσεις του ΔΗΚΟ σχετικά με την πρόληψη και την αντιμετώπιση του φαινομένου της φυγοστρατίας.
ΑΔΡΑΝΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΦΥΓΟΣΤΡΑΤΙΑΣ:
Τότε, ο Υπουργός Άμυνας συμφώνησε με το σύνολο των προτάσεων του ΔΗΚΟ και δεσμεύτηκε ότι εντός του Φθινοπώρου θα κατατίθετο στη Βουλή Νομοσχέδιο που θα τροποποιούσε αποτελεσματικά τη Νομοθεσία που διέπει την εναλλακτική θητεία των στρατευσίμων και τη Νομοθεσία που διέπει την απαλλαγή από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις για λόγους υγείας. Παρά το ότι έχει περάσει αρκετός χρόνος και εντός μερικών εβδομάδων θα πραγματοποιηθεί η κατάταξη της νέας σειράς εθνοφρουρών, το Υπουργείο Άμυνας δεν έχει προβεί σε καμία νομοθετική πρωτοβουλία αντιμετώπισης του προβλήματος. Επίσης, το Υπουργείο Άμυνας δεν έχει προβεί σε καμία άλλη ενέργεια που να αντιμετωπίζει το πρόβλημα και δεν υιοθέτησε καμία από τις 14 προτάσεις που κατέθεσε το ΔΗΚΟ σχετικά με το θέμα. Η φυγοστρατία δεν γίνεται να μας απασχολεί μία φορά το χρόνο κατά την περίοδο της μεγάλης κατάταξης των εθνοφρουρών τον Ιούνιο. Το Υπουργείο Άμυνας έχει ευθύνη να ενεργοποιηθεί άμεσα και να αναλάβει ουσιαστικές πρωτοβουλίες, όπως αυτές που εισηγήθηκε αναλυτικά και τεκμηριωμένα το Δημοκρατικό Κόμμα.
Επαναλαμβάνω ότι για τη λειτουργική υλοποίηση αυτών των προτάσεων, είναι απαραίτητη η δημιουργία «Εθνικής Επιτροπής Αντιμετώπισης του Φαινομένου της Φυγοστρατίας», υπό την ευθύνη του Υπουργείου Άμυνας, στην οποία θα συμμετέχουν το Υπουργείο Άμυνας, το Υπουργείο Παιδείας, το Υπουργείο Εργασίας, η Επιτροπή Άμυνας της Βουλής και ο Οργανισμός Νεολαίας Κύπρου, ώστε να προωθηθούν μέσα από τον απαραίτητο συντονισμό οι κατάλληλες νομοθετικές και διοικητικές πρωτοβουλίες.
ΜΕΙΩΣΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΘΗΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΜΨΗ ΗΘΙΚΟΥ:
Όμως, το θέμα της φυγοστρατίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη φιλολογία και την παραφιλολογία που αφορά τη μείωση της στρατιωτικής θητείας. Τα θέματα που αφορούν την άμυνα και την ασφάλεια του τόπου πρέπει κατά κανόνα να προσεγγίζονται με σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Δυστυχώς, αυτός ο κανόνας φαίνεται ότι στην πράξη δεν τηρείται. Είναι γεγονός ότι όλοι επιθυμούμε τη μείωση της διάρκειας της στρατιωτικής θητείας, η οποία εκ των πραγμάτων έχει μεγάλη χρονική έκταση. Όμως είναι επίσης γεγονός ότι οι επιθυμίες δεν είναι πάντοτε εφικτές. Για το συγκεκριμένο θέμα, η επιθυμία απέχει από την πραγματικότητα τόσο, ώστε η προσπάθεια για μετατροπή της επιθυμίας σε πράξη ενέχει μεγάλους κινδύνους. Η όλη συζήτηση δημιουργεί τεράστια αναστάτωση στους εθνοφρουρούς και στις οικογένειές τους, κάμπτει το ηθικό των στρατιωτών αφού κρίνονται ως πλεονάζοντες και ταυτόχρονα δίνει άλλοθι στους φυγόστρατους.
ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΚΑΙ ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΘΗΤΕΙΑΣ:
Πριν από δύο χρόνια, από το ίδιο βήμα είχα αναφέρει ότι εν όψει των τότε επικείμενων προεδρικών εκλογών του 2008, ο ΔΗΣΥ αναμασούσε το ξαναζεσταμένο φαγητό της μείωσης της στρατιωτικής θητείας διεκδικώντας μια χούφτα ψήφους, συμπαρασύροντας ως ουραγό το ΑΚΕΛ που επίσης πλειοδοτούσε για μείωση της διάρκειας της στρατιωτικής θητείας. Τότε ο ΔΗΣΥ ήταν κατηγορηματικός και ο κ. Κασουλίδης υποσχόταν ότι λίγους μήνες μετά την εκλογή του, η διάρκεια της στρατιωτικής θητείας θα περιοριζόταν στους 14 μήνες. Το ΑΚΕΛ ήταν πιο προσεκτικό, αφού παρά την καταχρηστική ανάγνωση ορισμένων, η ακριβής αναφορά στο προεκλογικό πρόγραμμα του Προέδρου Χριστόφια αφορούσε τη «μελέτη του ενδεχομένου μείωσης της θητείας από τους 25 στους 19 μήνες».
Αμέσως μετά από την εκλογή του Προέδρου Χριστόφια, ο Υπουργός Άμυνας και οι επιτελείς του δήλωσαν επανειλημμένα ότι η μείωση της στρατιωτικής θητείας επίκειται, ότι έχουν γίνει όλες οι απαραίτητες ενέργειες προετοιμασίας και ότι η μείωση θα έχει άμεση εφαρμογή. Το Δημοκρατικό Κόμμα, βασιζόμενο σε τεχνοκρατικές μελέτες και στις τοποθετήσεις του ΓΕΕΦ, είχε εξαρχής αναγνωρίσει την αδυναμία της Εθνικής Φρουράς να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της με μειωμένο έμψυχο δυναμικό και είχε χαρακτηρίσει ως πρακτικά αδύνατη τη μείωση της στρατιωτικής θητείας χωρίς να ευνουχιστεί η Εθνική Φρουρά. Είχαμε έγκαιρα προβλέψει ότι ο σχεδιασμός για τη μείωση της στρατιωτικής θητείας χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένες αδυναμίες που, τόσο άμεσα όσο και εξελικτικά, θα δημιουργούσουν σοβαρά προβλήματα στην αμυντική θωράκιση του τόπου. Συγκεκριμένα, για το θέμα της μείωσης της στρατιωτικής θητείας σε συνάρτηση με το πρόβλημα της φυγοστρατίας, είχαμε έγκαιρα εκτιμήσει ότι αφού η οροφή της στελέχωσης της ΕΦ θα μειωθεί ουσιαστικά, περιοριζόμενη στο σημείο της ελάχιστης δυνατής στελέχωσης, στην πράξη θα δημιουργείτο μία πολύ εύθραυστη κατάσταση, λόγω του διαρκώς αυξανόμενου ποσοστού της φυγοστρατίας. Έτσι, ο αριθμός των υπηρετούντων στρατιωτών θα ήταν κατά πολύ μικρότερος από τον προβλεπόμενο ως ελάχιστο με τις ανάλογες συνέπειες. Όταν το ΔΗΚΟ προέβαινε σε αυτές τις διαπιστώσεις, κάποιοι έσπευσαν να μας χαρακτηρίσουν ειρωνικά ως «στρατηγούς» και ως «ειδήμονες», διεκδικώντας την αποκλειστικότητα και την απόλυτη σοφία για τη διαχείριση των θεμάτων της άμυνας και της ασφάλειας του τόπου. Μάλιστα, ο Υπουργός Άμυνας είχε δηλώσει ότι όσοι ασκούν κριτική για το θέμα της μείωσης της θητείας, «θα πρέπει να σκέφτονται πρώτα και μετά να χρησιμοποιούν τη γλώσσα τους» (10 Ιαν. 2009).
ΠΑΡΑΔΟΧΗ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΜΥΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΜΕΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΘΗΤΕΙΑΣ:
Ωστόσο, πριν από μερικούς μήνες, ο Υπουργός Άμυνας παραδέχθηκε δημόσια ότι η μείωση της στρατιωτικής θητείας είναι πρακτικά αδύνατη. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, ο Υπουργός Άμυνας δήλωσε ότι «δεν πρέπει να γίνονται σκέψεις για μείωση της στρατιωτικής θητείας» και πρόσθεσε ότι «είναι ουτοπία να σκέφτεται κανείς το ενδεχόμενο μείωσης της θητείας». Η δήλωση του Υπουργού Άμυνας είναι ορθή, αλλά δυστυχώς είναι ετεροχρονισμένη. Επειδή στο μεσοδιάστημα προκλήθηκε τεράστια αναστάτωση στους κόλπους της νεολαίας μας και στους κόλπους της Εθνικής Φρουράς. Τουλάχιστον ο κ. Παπακώστας αναγνώρισε τον λανθασμένο προσανατολισμό της πολιτικής του και στα πλαίσια της προεκλογικής δέσμευσης του Προέδρου της Δημοκρατίας παραδέχτηκε ότι αφού μελετήθηκε η προοπτική μείωσης της θητείας στους 19 μήνες διαπιστώθηκε ότι αυτή είναι αδύνατη. Αναμένω ότι εξίσου θαρραλέα mea culpa θα ακουστούν και από τις πλευρές της Βουλής που υποστήριξαν με σθένος αυτή την αδιέξοδη επιλογή. Επειδή τελικά αποδεικνύεται ότι δεν είναι εμείς, αλλά κάποιοι άλλοι που, κατά τον Υπουργό, χρησιμοποιούσαν τη γλώσσα τους χωρίς να σκέφτονται.
ΕΝΤΑΞΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΣΤΟ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ:
Τέλος, θα ήθελα να επαναλάβω τη θέση του ΔΗΚΟ σε σχέση με την ανάγκη άμεσης υποβολής αίτησης ένταξης στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη. Εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία επιθυμεί την αναβάθμιση της εθνικής ασφάλειας και την ενίσχυση της περιφερειακής και διεθνούς σταθερότητας, έχει καθήκον να αναλάβει πρωτοβουλίες που συνδράμουν στη διεθνή συνεργασία για την επίτευξη αυτών των στόχων. Η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να λειτουργήσει αναδεικνυόμενη σε κρίσιμο παράγοντα διαμόρφωσης περιφερειακών συνθηκών ασφάλειας, σε κομβικό σταθεροποιητικό παράγοντα της περιοχής και κυρίως σε ζωτικό σύνδεσμο της Ευρώπης με την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Το ΔΗΚΟ θεωρεί ότι η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να λειτουργήσει προς αυτή την κατεύθυνση με την άμεση υποβολή αίτησης ένταξης στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη, ώστε να καταστήσει πλήρη και ολοκληρωμένη τη συμμετοχή της ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να διευρύνει το ρόλο της ως παράγοντας ειρήνης και συνεργασίας και ώστε να ενισχύσει τη γεωπολιτική δυνατότητα της Κύπρου με την προοπτική της ενεργού πολιτικής αξιοποίησης.
ΑΝΤΙΚΑΤΟΧΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ:
Ως κυπριακός ελληνισμός, διεξάγουμε ένα αντικατοχικό αγώνα εθνικής επιβίωσης στα πλαίσια του οποίου πρέπει να αξιοποιήσουμε όλα τα προσφερόμενα πολιτικά μέσα. Σε αυτή την προσπάθεια πρέπει να παραμένουμε στοχοπροσηλωμένοι στις αρχές και στις αξίες αυτού του αγώνα. Στόχος μας είναι η επανένωση της Κύπρου, στόχος μας είναι η απελευθέρωση της Κύπρου. Στόχος μας είναι η δημιουργία ενός περιβάλλοντος ειρήνης και ασφάλειας, όπου όλοι οι νόμιμοι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας θα μπορούν να ζουν ελεύθεροι σε ένα κράτος δικαίου. Η λύση του κυπριακού πρέπει να αποκαθιστά τους πληγέντες της εισβολής. Όμως ταυτόχρονα πρέπει να καθιστά τις επόμενες γενιές, ισότιμους πολίτες ενός κυρίαρχου κράτους, χωρίς κανένα Τούρκο στρατιώτη, χωρίς καμία τουρκική εγγύηση, χωρίς κανένα τουρκικό επεμβατικό δικαίωμα.
ΕΓΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΜΥΝΑΣ:
Παρά τις επιφυλάξεις που αναφέρθηκαν, το Δημοκρατικό Κόμμα θα εγκρίνει τον Προϋπολογισμό του Υπουργείου Άμυνας για το έτος 2010. Όμως, καταγράφουμε ότι πρόκειται να αξιοποιήσουμε πλήρως τις δυνατότητες που μας παρέχονται στα πλαίσια της Βουλής των Αντιπροσώπων για έλεγχο τόσο των αποδεσμεύσεων κονδυλίων όσο και των απελευθερώσεων διαβούλευσης, αφού εξάλλου αυτό επιβάλει η άσκηση του κοινοβουλευτικού ελέγχου για τον οποίο έχουμε την αρμοδιότητα. Αναμένουμε ότι το Υπουργείο Άμυνας θα επανέλθει με συμπληρωματικούς Προϋπολογισμούς για τους τομείς στου οποίους έχουν καταγραφεί σοβαρές αδυναμίες και βρισκόμαστε στη διάθεση του Υπουργείου για συνεργασία προς αυτή την κατεύθυνση.
Ετικέτες
Κοινοβουλευτική Δράση,
Κρατικός Προϋπολογισμός
2/4/09
Ομιλία στη Βουλή των Αντιπροσώπων: H ανάγκη υποβολής αίτησης της Κύπρου για ένταξη στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, στα πλαίσια της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, λειτουργεί υπό τους όρους της ‘ήπιας ισχύος’ που μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά θετικά στην αντιμετώπιση και στην επίλυση ευαίσθητων διεθνών ζητημάτων. Η κοινή πολιτική μπορεί να λαμβάνει σειρά μορφών που να εκτείνεται από τους γενικούς προσανατολισμούς και τις κοινές στρατηγικές, μέχρι τις κοινές θέσεις και τις κοινές δράσεις. Ήδη, στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας, η Κυπριακή Δημοκρατία συνεισφέρει στους Τακτικούς Σχηματισμούς Μάχης της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε συνεργασία με άλλες χώρες. Έχει συμμετάσχει σε σειρά αποστολών όπως στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, στο Σουδάν, στη FYROM, στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και στη Μολδαβία-Ουκρανία, ενώ επιπρόσθετα, συμμετέχει στο επιχειρησιακό στρατηγείο της αποστολής στο Τσαντ. Ωστόσο, η συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας στον πυλώνα πολιτικών άμυνας και ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αποσπασματική και ελλιπής, λόγω της μη συμμετοχής της στο ΝΑΤΟ ή στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη. Πρακτικά, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει τη δυνατότητα της συμμετοχής σε διαδικασίες όπου υπάρχει συνεργασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το ΝΑΤΟ και καθίσταται το μοναδικό κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με ελλειμματική συμμετοχή, αφού τα υπόλοιπα είκοσι-έξι κράτη είναι είτε μέλη του ΝΑΤΟ, είτε μέλη του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη.
Το γεωπολιτικό περιβάλλον που διαμορφώθηκε μετά από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου το Νοέμβριο του 1989 και κυρίως μετά από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το Δεκέμβρη του 1991, δημιούργησε νέα πολιτικά δεδομένα. Οι σημαντικές αλλαγές στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη δημιούργησαν νέες προκλήσεις που από το 1989 έθεσαν σε λειτουργία πολιτικές και στρατιωτικές πρωτοβουλίες που αποσκοπούσαν αφενός στην επανατοποθέτηση των ζητημάτων ευρωπαϊκής και ατλαντικής ασφάλειας σε μια νέα θετική βάση και αφετέρου στην αποκατάσταση των σχέσεων εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ των χωρών της δυτικής και ανατολικής Ευρώπης. Ιδιαίτερα όμως, παρουσιάστηκε η ανάγκη ανταπόκρισης στην πρόκληση των νέων αβεβαιοτήτων και ενδεχομένων αστάθειας, που δρομολογήθηκε μέσα από την υποστήριξη προς τα κράτη της ανατολικής Ευρώπης για την εδραίωση της ανεξαρτησίας τους, την εμπέδωση της δημοκρατίας και την ενεργό διεθνή συμμετοχή τους. Η νέα σχέση συνεργασίας ξεκίνησε να οικοδομείται κατά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Λονδίνο, τον Ιούλιο του 1990, όπου προτάθηκε μια νέα μορφή συνεργασίας σε όλα τα κράτη της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης και οδήγησε στην ίδρυση του Βόρειο-Ατλαντικού Συμβουλίου Συνεργασίας (NACC). Σημειολογικά, έχει ιδιαίτερη σημασία το ότι κατά τη διάρκεια της συνόδου για την ίδρυση του Συμβουλίου και ενώ γίνονταν οι διεργασίες για την έκδοση του τελικού ανακοινωθέντος, ο Σοβιετικός πρεσβευτής ανακοίνωσε τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και τον περιορισμό του ρόλου του ως εκπροσώπου μόνο της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
Μέσα από αυτό το περιβάλλον, υιοθετήθηκε μία νέα αντίληψη για την ασφάλεια ως απότοκο της ανάγκης για μείωση του κινδύνου σύγκρουσης από παρανόηση και του καλού σχεδιασμού διαχείρισης κρίσεων. Για την προσέγγιση αυτής της μορφής ασφάλειας, ήταν απαραίτητη η αποστασιοποίηση από την αποκλειστικότητα της αμυντικής διάστασης, και η στροφή προς το διάλογο και τη συνεργασία σε οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντολογικά ζητήματα, για την αύξηση της αμοιβαίας κατανόησης και εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών. Το Βόρειο-Ατλαντικό Συμβούλιο Συνεργασίας ανταποκρίθηκε σε αυτούς τους στόχους στο άμεσα μεταψυχροπολεμικό περιβάλλον, όμως για την περαιτέρω προώθηση της πραγματικής σύμπραξης στην αντιμετώπιση των κοινών προβλημάτων ασφάλειας, ήταν απαραίτητο να δημιουργηθούν δομές πρακτικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών και του ΝΑΤΟ, προσαρμοσμένες στις πραγματικές τους ανάγκες και σε ζητήματα ειδικότερου ενδιαφέροντος. Μέσα από αυτή τη φιλοσοφία και την ιεράρχηση προτεραιοτήτων δημιουργήθηκε το 1994 ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη (PfP), ενώ το Βόρειο-Ατλαντικό Συμβούλιο Συνεργασίας αντικαταστάθηκε το 1997 από το Ευρώ-Ατλαντικό Συμβούλιο Συνεργασίας (EAPC).
Ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη είναι ένα πρόγραμμα πρακτικής αμφίπλευρης και ισότιμης συνεργασίας μεταξύ του κάθε Εταίρου και του ΝΑΤΟ, που επιτρέπει στις συνδεδεμένες χώρες να διαμορφώσουν μια ιδιαίτερη και εξειδικευμένη σχέση με το ΝΑΤΟ, επιλέγοντας τις δικές τους προτεραιότητες συνεργασίας και καθορίζοντας αναλόγως το επίπεδο, τη στενότητα και τις μορφές της συνεργασίας. Σκοπός του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη είναι η ενίσχυση της σταθερότητας, η εξάλειψη των απειλών για την ειρήνη και η οικοδόμηση ενισχυμένων σχέσεων ασφάλειας μεταξύ της κάθε συνδεδεμένης χώρας και του ΝΑΤΟ, καθώς και μεταξύ των συνδεδεμένων χωρών. Επιπλέον, ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη στοχεύει στη διαφάνεια του στρατιωτικού σχεδιασμού και των προϋπολογισμών εξοπλισμού, στη διατήρηση του δημοκρατικού και πολιτικού ελέγχου του στρατού, στην παροχή της δυνατότητας συνεργασίας και συγχρονισμού μέσω κοινών ασκήσεων και στην ετοιμότητα των συνδεδεμένων μερών για συμμετοχή σε ειρηνευτικές επιχειρήσεις. Μέλη του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη είναι, μεταξύ άλλων, κράτη όπως η Αυστρία, η Φινλανδία και η Σουηδία, παραδοσιακά ουδέτερα κράτη όπως η Ελβετία, πρώην σοβιετικά κράτη όπως η Λευκορωσία και η Ουκρανία, αλλά και η Ρωσία. Ιδιαίτερα η σχέση της Ρωσίας με το Συνεταιρισμό για την Ειρήνη και το ΝΑΤΟ είναι υψηλής σημασίας, αφού πρόκειται για κράτος με ιστορικά αυξημένο στρατηγικό ρόλο. Από το 1997, η Ρωσία έχει ειδική σχέση με το ΝΑΤΟ που επισημοποιείται με την υπογραφή της Ιδρυτικής Πράξης πάνω στις «Αμοιβαίες Σχέσεις Συνεργασίας και Ασφάλειας μεταξύ ΝΑΤΟ και Ρωσίας». Στην πορεία, οι σχέσεις της Ρωσίας με το ΝΑΤΟ ενισχύθηκαν ακόμη περισσότερο με τη δημιουργία, το 2002, του Συμβουλίου ΝΑΤΟ-Ρωσίας. Είναι σαφές ότι η Ρωσία επιδιώκει τη συνεργασία και το συντονισμό με το ΝΑΤΟ, αφού εξάλλου κάτι διαφορετικό θα ήταν άσοφο για ένα σοβαρό κράτος.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Το Δημοκρατικό Κόμμα θεωρεί ότι εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία επιθυμεί την αναβάθμιση της εθνικής ασφάλειας και την ενίσχυση της περιφερειακής και διεθνούς σταθερότητας, έχει καθήκον να αναλάβει πρωτοβουλίες που συνδράμουν στη διεθνή συνεργασία για την επίτευξη αυτών των στόχων. Η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να λειτουργήσει αναδεικνυόμενη σε κρίσιμο παράγοντα διαμόρφωσης περιφερειακών συνθηκών ασφάλειας, σε κομβικό σταθεροποιητικό παράγοντα της περιοχής και κυρίως σε ζωτικό σύνδεσμο της Ευρώπης με την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Το ΔΗΚΟ θεωρεί ότι η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να λειτουργήσει προς αυτή την κατεύθυνση με την άμεση υποβολή αίτησης ένταξης στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη, ώστε να καταστήσει πλήρη και ολοκληρωμένη τη συμμετοχή της ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να διευρύνει το ρόλο της ως παράγοντας ειρήνης και συνεργασίας και ώστε να ενισχύσει τη γεωπολιτική δυνατότητα της Κύπρου με την προοπτική της ενεργούς πολιτικής αξιοποίησης.
Στα πλαίσια της δημόσιας συζήτησης για την ανάγκη υποβολής αίτησης ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη, οι διαφωνούντες προβάλλουν κάποια επιχειρήματα. Παρά το ότι σεβόμαστε αυτή την επιχειρηματολογία, δηλώνουμε ότι διαφωνούμε με τη βάση και το περιεχόμενό της. Συγκεκριμένα, παρουσιάζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής κεντρικά επιχειρήματα/ερωτήματα:
1. «Ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη είναι ‘παρακλάδι’ του ΝΑΤΟ, έτσι πρέπει να μείνουμε μακριά του.»
Ως γνωστόν, και όπως προαναφέρθηκε, ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη είναι πρόγραμμα του ΝΑΤΟ που αφορά τη σχέση του ΝΑΤΟ με χώρες που δεν είναι μέλη του. Ένας διεθνής οργανισμός έχει υποχρέωση να έχει θετικές σχέσεις με τους παράγοντες του διεθνούς χώρου, δηλαδή με τα κράτη. Ιδιαίτερα όταν οι διαχωρισμοί που επέβαλε η περίοδος του Ψυχρού Πολέμου έχουν εκλείψει, με αποτέλεσμα ο κόσμος να μην διαχωρίζεται πλέον σε εχθρούς και φίλους, είναι απαραίτητο για το ΝΑΤΟ να λειτουργήσει ως ανοικτός οργανισμός, αίροντας αυτή την κατηγοριοποίηση. Έτσι, μέσα από το Συνεταιρισμό για την Ειρήνη τα κράτη που δεν είναι μέλη του ΝΑΤΟ μπορούν να έχουν, μέσα από δομημένες διαδικασίες, τη σχέση που οι λαοί τους κρίνουν ότι πρέπει να έχουν με το ΝΑΤΟ. Βεβαίως, εάν η θέση που εκφράζεται από κάποιους είναι ότι η Κύπρος δεν πρέπει να έχει καμία σχέση με το ΝΑΤΟ, μάλλον ως κατ’ ευχήν σκέψη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Είτε αποφασίσουμε να αγνοήσουμε το ΝΑΤΟ, είτε όχι, το ΝΑΤΟ θα υπάρχει ούτως ή άλλως. Εάν όμως αυτοπεριορίζουμε τη διεθνή δραστηριότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρασυρόμενοι από ιδεολογικές εμμονές που παραμένουν προσκολλημένες σε δεδομένα που έχουν εκλείψει πριν από δύο δεκαετίες, τότε μπορεί να είμαστε ιδεολογικά συνεπείς, αλλά ταυτόχρονα είμαστε εθνικά ασυνεπείς. Επειδή, όταν η ιδεολογική θέση αρχής ξεπερνά σε σπουδαιότητα τη θέση του συμφέροντος της πολιτείας, βρίσκεται σε διάσταση με το συμφέρον των πολιτών, που δεν ορίζεται από τη συνέπεια σε ιδεολογικά απολιθώματα, αλλά από την ετοιμότητα της ανταπόκρισης σε πραγματικές ανάγκες.
2. «Ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη είναι προθάλαμος του ΝΑΤΟ».
Μέχρι σήμερα, δέκα εταιρικά κράτη έγιναν πλήρη μέλη του ΝΑΤΟ, δώδεκα μαζί με την Αλβανία και την Κροατία που έγιναν μόλις χθες μέλη, ένα εταιρικό κράτος είναι υποψήφιο για ένταξη στο ΝΑΤΟ. Η εξέλιξη της σχέσης του κάθε κράτους με το ΝΑΤΟ είναι κάτι που αφορά αποκλειστικά το ίδιο το κράτος και απολύτως κανέναν άλλο. Εάν η Κυπριακή Δημοκρατία δεν επιθυμεί να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ δεν θα υποβάλει σχετική αίτηση, ενώ εάν επιθυμεί να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ, θα υποβάλει. Ταυτόχρονα, εάν η Κυπριακή Δημοκρατία επιθυμεί να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ, δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση να προηγηθεί η ένταξή της στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη. Ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη εκφράζει ακριβώς αυτό: τη βούληση των κρατών που συνειδητά επιθυμούν να έχουν εταιρική σχέση με το ΝΑΤΟ, χωρίς να είναι μέλη του. Το ΔΗΚΟ δεν τοποθετείται υπέρ της ένταξης της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, αλλά υποστηρίζει την ανάπτυξη μίας λειτουργικής σχέσης με το ΝΑΤΟ, στα μέτρα και στις ανάγκες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το ΔΗΚΟ θεωρεί ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει ούτε την πολυτέλεια, ούτε την επιλογή της αποχής από το διεθνές περιβάλλον συνεργασίας για την ασφάλεια. Το διεθνές περιβάλλον υφίσταται με ή χωρίς την Κυπριακή Δημοκρατία και εάν εμείς έχουμε τη ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να υπάρξουμε ξέχωρα από τις διεθνείς δομές συνεργασίας, τότε αδικούμε κατάφορα την Κυπριακή Δημοκρατία.
3. «Η Κύπρος, ως μέλος του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη, θα είναι υποχρεωμένη να συμμετέχει στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ;»
Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα είναι υποχρεωμένη να συμμετάσχει με οποιοδήποτε τρόπο σε οποιαδήποτε επιχείρηση με την οποία τα συντεταγμένα όργανα του κράτους δεν συμφωνούν. Π.χ., το 1996 δεν ήταν συμβατική υποχρέωση των εταιρικών κρατών να συμμετάσχουν με στρατιωτικά τμήματα στη Δύναμη Εφαρμογής της ειρηνευτικής συμφωνίας για τη Βοσνία, το 1999 δεν ήταν υποχρεωτικό για τα εταιρικά κράτη να συμμετάσχουν στη δύναμη του Κοσσυφοπεδίου και το 2003 δεν ήταν υποχρεωτικό για τα εταιρικά κράτη να συμμετάσχουν στη Διεθνή Δύναμη Βοήθειας για Ασφάλεια στο Αφγανιστάν, κ.ο.κ.. Εάν η Κυπριακή Δημοκρατία, ως μέλος του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη, κρίνει ότι σε ανάλογες περιπτώσεις χρειάζεται να συμμετάσχει, τότε θα συμμετάσχει, όπως έπραξε ήδη για το Κονγκό, για το Σουδάν, για τη FYROM, για τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και για τη Μολδαβία-Ουκρανία.
4. «Μέσα από το Συνεταιρισμό για την Ειρήνη, η Τουρκία θα γνωρίζει τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς της Κύπρου;»
Είναι γεγονός ότι μεταξύ των στόχων του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη είναι η διαφάνεια στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Όμως αυτό δεν μας επηρεάζει με οποιοδήποτε αρνητικό τρόπο, αφού μέσα στους στόχους της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Εθνικής Φρουράς δεν είναι η πρόκληση έκπληξης στην Τουρκία μέσα από τη διενέργεια αστραπιαίας στρατιωτικής επιχείρησης. Πέρα από την εκατέρωθεν ισχύ της διαφάνειας, πέρα από το ότι αποτελεί μάλλον ψευδαίσθηση η εντύπωση της μυστικότητας των εξοπλισμών της Εθνικής Φρουράς και πέρα από το ότι κάποια πρόσφατα εξοπλιστικά προγράμματα της Κύπρου ανακοινώθηκαν δημόσια από τον Κυβερνητικό Εκπρόσωπο, η εθνική μας υπόθεση δεν είναι στρατιωτικό, αλλά πολιτικό πρόβλημα. Η Εθνική Φρουρά δεν είναι αντάρτικο τμήμα αλλά ο στρατός ενός υπεύθυνου κράτους, και η διαφάνεια στους εξοπλισμούς της δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αποτελεί απευκταία διαδικασία. Εφόσον η διεθνής πρακτική έχει να κάνει με τη διαφάνεια και εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία είναι σοβαρό κράτος, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει με επιφύλαξη την αποκάλυψη των στρατιωτικών της δυνάμεων, αφού κάτι τέτοιο θα ήταν μάλλον συμπεριφορά και στάση τριτοκοσμικού και αποτυχημένου κράτους. Εξάλλου, εδώ και πολλά χρόνια, η συμμετοχή της Κύπρου στον ΟΑΣΕ έχει να κάνει και με τα θέματα διαφάνειας σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς, κάτι που ουδέποτε αντιμετωπίστηκε με καχυποψία από τις Κυβερνήσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας.
5. «Η Τουρκία, ούτως ή άλλως, θα ασκήσει βέτο κατά της αίτησης ένταξης της Κύπρου, έτσι δεν χρειάζεται η υποβολή αίτησης ένταξης».
Η δυνατότητα πρόταξης του δικαιώματος της αρνησικυρίας που διαθέτει η Τουρκία ως κράτος μέλος του ΝΑΤΟ έναντι της αίτησης της Κυπριακής Δημοκρατίας για ένταξη στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη δεν είναι μία παράμετρος που μπορεί να αυτοπεριορίσει την Κυπριακή Δημοκρατία από την εξάσκηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, ιδιαίτερα σε θέματα άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Εάν η Κυπριακή Δημοκρατία κρίνει ότι είναι προς το συμφέρον της χώρας να υποβάλει αίτηση ένταξης, θα το πράξει και θα λειτουργήσει έτσι ώστε η αίτησή της να γίνει αποδεκτή. Εάν η Τουρκία κρίνει ότι είναι προς το συμφέρον της η παρεμπόδιση της ένταξης της Κύπρου, θα το πράξει. Όμως, δεν μπορεί η εφαρμογή της τουρκικής πολιτικής να λειτουργεί αποτρεπτικά προς την εφαρμογή της δικής μας πολιτικής. Επιπλέον, δεν ευσταθεί η εντύπωση της εξίσωσης του ενδεχόμενου τουρκικού βέτο με το ενδεχόμενο κυπριακό βέτο για την πρόοδο της ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η κάθε τοποθέτηση στο διεθνές πολιτικό περιβάλλον, γίνεται με βάση συγκεκριμένο πολιτικό αιτιολογικό. Έτσι, η Κύπρος θα έχει τη δυνατότητα της άσκησης πραγματικής εξωτερικής πολιτικής και ουσιαστικών διπλωματικών κινήσεων εντός του πλαισίου που θα διαμορφωθεί. Επιπρόσθετα, ανεξαρτήτως της τουρκικής στάσης, η υποβολή αίτησης ένταξης θα συμβάλει εποικοδομητικά στην προσπάθεια επίτευξης λύσης του Κυπριακού Προβλήματος, αφού θα λειτουργήσει ως επιπρόσθετο πολιτικό και διαπραγματευτικό πλεονέκτημα στις προσπάθειες του Προέδρου της Δημοκρατίας στα πλαίσια των διαβουλεύσεων.
6. «Πρακτικά δεν θα αλλάξει τίποτα προς το καλύτερο εάν είμαστε μέλος του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη, έτσι δεν χρειάζεται να ενταχθούμε».
Αυτό είναι μάλλον το πιο λογικοφανές επιχείρημα εναντίον της υποβολής αίτησης ένταξης στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη. Κατ’ αρχήν, αντιστρέφω αυτό το επιχείρημα: Τι τραγικό θα συμβεί εάν η Κύπρος είναι μέλος του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη; Θα επηρεαστεί αρνητικά η καθημερινότητα του Κύπριου πολίτη; Βεβαίως όχι. Όμως η θέση ότι δεν θα αλλάξει θετικά τίποτα με την ένταξη της Κύπρου, βασίζεται σε μια στατική αντίληψη της διεθνούς και της ευρωπαϊκής πολιτικής πραγματικότητας ενώ, αντίθετα, η πραγματικότητα έχει δυναμικά χαρακτηριστικά που αλληλοεπηρεάζονται όχι μόνο προσθετικά, αλλά και πολλαπλασιαστικά. Η μεγαλύτερη πρόκληση για την Κυπριακή Δημοκρατία μετά από την ανασυγκρότηση που ακολούθησε την τουρκική εισβολή και τις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού, είναι η ενεργός ανταπόκριση στα καθήκοντα του κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μεγάλη πρόκληση για την εξωτερική πολιτική της Κύπρου είναι η πλήρης και ενεργός συμμετοχή στα όργανα και στους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έτσι ώστε ως κράτος να μπορούμε να συμβάλουμε στην προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και έτσι ώστε οι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας να είναι παρόντες σε αυτή τη διαδικασία. Οι νέες πολιτικές δυνατότητες της Κύπρου δεν επισυνέβησαν αυτόματα μετά από την υπογραφή της συνθήκης προσχώρησης αλλά καλλιεργούνται και επιβεβαιώνονται καθημερινά μέσα από την καλή συμμετοχή μας και μέσα από την καλή συνεργασία μας με τους εταίρους μας. Η καλή συνεργασία δεν περιορίζεται μόνο στην αναζήτηση υποστήριξης για τα δικά μας δίκαια. Αλλά έχει να κάνει με την έκφραση που θέλει τον ένα να μπορεί να «μπει μέσα στα παπούτσια» του άλλου. Ή κατά μία άλλη έκφραση να μπορεί να «μπει κάτω από το δέρμα» του άλλου ώστε να αντιληφθεί και να κατανοήσει τα προβλήματα και τις ανησυχίες του. Η αποσπασματική συμμετοχή της Κύπρου, την καθιστά μέλος περιορισμένης ευθύνης, με περιορισμένη παρέμβαση και με περιορισμένο περιθώριο επιτυχιών. Επειδή δεν είναι αυτή η συμμετοχή που οραματίστηκαν όσοι πίστεψαν στο ευρωπαϊκό μέλλον της Κύπρου, δεν μπορούμε να δεχθούμε περιορισμένη ευρωπαϊκή συμμετοχή για την Κυπριακή Δημοκρατία. Και εκ των πραγμάτων, η πλήρης συμμετοχή περνά μέσα από την ένταξη στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Για το Δημοκρατικό Κόμμα, η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν ένα όραμα το οποίο υπηρετήσαμε και συνεχίζουμε να υπηρετούμε. Για την ολοκλήρωση αυτού του οράματος χρειάζεται αποδοτική και πλήρης συμμετοχή μας στα όργανα και στους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ΔΗΚΟ δεν βλέπει τη διαρκή αναβάθμιση της συμμετοχής της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε μέσα από μπλε, ούτε μέσα από κόκκινους φακούς. Επειδή στην πραγματικότητα, δεν έχει σημασία τι χρώμα έχουν οι φακοί, αρκεί να μην είναι διαθλαστικοί. Όταν οι φακοί προκαλούν ιδεολογική διάθλαση της πραγματικότητας, δεν υπηρετούν τα οράματα και τους στόχους του κυπριακού λαού, που εμείς ως Κόμμα του Κέντρου είμαστε ταγμένοι να υπηρετούμε. Η ανάγκη υποβολής αίτησης ένταξης στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη ήταν διαχρονική θέση του ΔΗΚΟ, που προτάχθηκε τόσο προς τον αείμνηστο Τάσσο Παπαδόπουλο, όσο και προς τον Πρόεδρο Χριστόφια. Ο Τάσσος Παπαδόπουλος, σεβάστηκε τις επιφυλάξεις του ΑΚΕΛ και μετέθεσε προς το μέλλον την υποβολή αίτησης ένταξης στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη. Όμως οι ευαισθησίες του ΑΚΕΛ, όσο σεβαστές και εάν είναι, δεν μπορούν να λειτουργούν ανασταλτικά για την όδευση προς την ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού μέλλοντος του Κυπριακού λαού. Το αίτημα της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτικών δυνάμεων μπορεί και πρέπει να εισακουστεί από την Κυβέρνηση, και εφόσον υπάρχουν επιφυλάξεις και ανησυχίες για την εξέλιξη της συμμετοχής της Κύπρου στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη, πιστεύουμε ότι ο Πρόεδρος Χριστόφιας θα διαχειριστεί τη συμμετοχή της Κύπρου με τρόπο που να μην επιτρέψει στις ανησυχίες να μετουσιωθούν σε πράξη. Έτσι, το ΔΗΚΟ καλεί την Κυβέρνηση, καλεί τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, να δρομολογήσει άμεσα τις διαδικασίες για υποβολή αίτησης ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη.
Σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, στα πλαίσια της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, λειτουργεί υπό τους όρους της ‘ήπιας ισχύος’ που μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά θετικά στην αντιμετώπιση και στην επίλυση ευαίσθητων διεθνών ζητημάτων. Η κοινή πολιτική μπορεί να λαμβάνει σειρά μορφών που να εκτείνεται από τους γενικούς προσανατολισμούς και τις κοινές στρατηγικές, μέχρι τις κοινές θέσεις και τις κοινές δράσεις. Ήδη, στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας, η Κυπριακή Δημοκρατία συνεισφέρει στους Τακτικούς Σχηματισμούς Μάχης της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε συνεργασία με άλλες χώρες. Έχει συμμετάσχει σε σειρά αποστολών όπως στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, στο Σουδάν, στη FYROM, στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και στη Μολδαβία-Ουκρανία, ενώ επιπρόσθετα, συμμετέχει στο επιχειρησιακό στρατηγείο της αποστολής στο Τσαντ. Ωστόσο, η συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας στον πυλώνα πολιτικών άμυνας και ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αποσπασματική και ελλιπής, λόγω της μη συμμετοχής της στο ΝΑΤΟ ή στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη. Πρακτικά, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει τη δυνατότητα της συμμετοχής σε διαδικασίες όπου υπάρχει συνεργασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το ΝΑΤΟ και καθίσταται το μοναδικό κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με ελλειμματική συμμετοχή, αφού τα υπόλοιπα είκοσι-έξι κράτη είναι είτε μέλη του ΝΑΤΟ, είτε μέλη του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη.
Το γεωπολιτικό περιβάλλον που διαμορφώθηκε μετά από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου το Νοέμβριο του 1989 και κυρίως μετά από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το Δεκέμβρη του 1991, δημιούργησε νέα πολιτικά δεδομένα. Οι σημαντικές αλλαγές στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη δημιούργησαν νέες προκλήσεις που από το 1989 έθεσαν σε λειτουργία πολιτικές και στρατιωτικές πρωτοβουλίες που αποσκοπούσαν αφενός στην επανατοποθέτηση των ζητημάτων ευρωπαϊκής και ατλαντικής ασφάλειας σε μια νέα θετική βάση και αφετέρου στην αποκατάσταση των σχέσεων εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ των χωρών της δυτικής και ανατολικής Ευρώπης. Ιδιαίτερα όμως, παρουσιάστηκε η ανάγκη ανταπόκρισης στην πρόκληση των νέων αβεβαιοτήτων και ενδεχομένων αστάθειας, που δρομολογήθηκε μέσα από την υποστήριξη προς τα κράτη της ανατολικής Ευρώπης για την εδραίωση της ανεξαρτησίας τους, την εμπέδωση της δημοκρατίας και την ενεργό διεθνή συμμετοχή τους. Η νέα σχέση συνεργασίας ξεκίνησε να οικοδομείται κατά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Λονδίνο, τον Ιούλιο του 1990, όπου προτάθηκε μια νέα μορφή συνεργασίας σε όλα τα κράτη της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης και οδήγησε στην ίδρυση του Βόρειο-Ατλαντικού Συμβουλίου Συνεργασίας (NACC). Σημειολογικά, έχει ιδιαίτερη σημασία το ότι κατά τη διάρκεια της συνόδου για την ίδρυση του Συμβουλίου και ενώ γίνονταν οι διεργασίες για την έκδοση του τελικού ανακοινωθέντος, ο Σοβιετικός πρεσβευτής ανακοίνωσε τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και τον περιορισμό του ρόλου του ως εκπροσώπου μόνο της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
Μέσα από αυτό το περιβάλλον, υιοθετήθηκε μία νέα αντίληψη για την ασφάλεια ως απότοκο της ανάγκης για μείωση του κινδύνου σύγκρουσης από παρανόηση και του καλού σχεδιασμού διαχείρισης κρίσεων. Για την προσέγγιση αυτής της μορφής ασφάλειας, ήταν απαραίτητη η αποστασιοποίηση από την αποκλειστικότητα της αμυντικής διάστασης, και η στροφή προς το διάλογο και τη συνεργασία σε οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντολογικά ζητήματα, για την αύξηση της αμοιβαίας κατανόησης και εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών. Το Βόρειο-Ατλαντικό Συμβούλιο Συνεργασίας ανταποκρίθηκε σε αυτούς τους στόχους στο άμεσα μεταψυχροπολεμικό περιβάλλον, όμως για την περαιτέρω προώθηση της πραγματικής σύμπραξης στην αντιμετώπιση των κοινών προβλημάτων ασφάλειας, ήταν απαραίτητο να δημιουργηθούν δομές πρακτικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών και του ΝΑΤΟ, προσαρμοσμένες στις πραγματικές τους ανάγκες και σε ζητήματα ειδικότερου ενδιαφέροντος. Μέσα από αυτή τη φιλοσοφία και την ιεράρχηση προτεραιοτήτων δημιουργήθηκε το 1994 ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη (PfP), ενώ το Βόρειο-Ατλαντικό Συμβούλιο Συνεργασίας αντικαταστάθηκε το 1997 από το Ευρώ-Ατλαντικό Συμβούλιο Συνεργασίας (EAPC).
Ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη είναι ένα πρόγραμμα πρακτικής αμφίπλευρης και ισότιμης συνεργασίας μεταξύ του κάθε Εταίρου και του ΝΑΤΟ, που επιτρέπει στις συνδεδεμένες χώρες να διαμορφώσουν μια ιδιαίτερη και εξειδικευμένη σχέση με το ΝΑΤΟ, επιλέγοντας τις δικές τους προτεραιότητες συνεργασίας και καθορίζοντας αναλόγως το επίπεδο, τη στενότητα και τις μορφές της συνεργασίας. Σκοπός του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη είναι η ενίσχυση της σταθερότητας, η εξάλειψη των απειλών για την ειρήνη και η οικοδόμηση ενισχυμένων σχέσεων ασφάλειας μεταξύ της κάθε συνδεδεμένης χώρας και του ΝΑΤΟ, καθώς και μεταξύ των συνδεδεμένων χωρών. Επιπλέον, ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη στοχεύει στη διαφάνεια του στρατιωτικού σχεδιασμού και των προϋπολογισμών εξοπλισμού, στη διατήρηση του δημοκρατικού και πολιτικού ελέγχου του στρατού, στην παροχή της δυνατότητας συνεργασίας και συγχρονισμού μέσω κοινών ασκήσεων και στην ετοιμότητα των συνδεδεμένων μερών για συμμετοχή σε ειρηνευτικές επιχειρήσεις. Μέλη του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη είναι, μεταξύ άλλων, κράτη όπως η Αυστρία, η Φινλανδία και η Σουηδία, παραδοσιακά ουδέτερα κράτη όπως η Ελβετία, πρώην σοβιετικά κράτη όπως η Λευκορωσία και η Ουκρανία, αλλά και η Ρωσία. Ιδιαίτερα η σχέση της Ρωσίας με το Συνεταιρισμό για την Ειρήνη και το ΝΑΤΟ είναι υψηλής σημασίας, αφού πρόκειται για κράτος με ιστορικά αυξημένο στρατηγικό ρόλο. Από το 1997, η Ρωσία έχει ειδική σχέση με το ΝΑΤΟ που επισημοποιείται με την υπογραφή της Ιδρυτικής Πράξης πάνω στις «Αμοιβαίες Σχέσεις Συνεργασίας και Ασφάλειας μεταξύ ΝΑΤΟ και Ρωσίας». Στην πορεία, οι σχέσεις της Ρωσίας με το ΝΑΤΟ ενισχύθηκαν ακόμη περισσότερο με τη δημιουργία, το 2002, του Συμβουλίου ΝΑΤΟ-Ρωσίας. Είναι σαφές ότι η Ρωσία επιδιώκει τη συνεργασία και το συντονισμό με το ΝΑΤΟ, αφού εξάλλου κάτι διαφορετικό θα ήταν άσοφο για ένα σοβαρό κράτος.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Το Δημοκρατικό Κόμμα θεωρεί ότι εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία επιθυμεί την αναβάθμιση της εθνικής ασφάλειας και την ενίσχυση της περιφερειακής και διεθνούς σταθερότητας, έχει καθήκον να αναλάβει πρωτοβουλίες που συνδράμουν στη διεθνή συνεργασία για την επίτευξη αυτών των στόχων. Η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να λειτουργήσει αναδεικνυόμενη σε κρίσιμο παράγοντα διαμόρφωσης περιφερειακών συνθηκών ασφάλειας, σε κομβικό σταθεροποιητικό παράγοντα της περιοχής και κυρίως σε ζωτικό σύνδεσμο της Ευρώπης με την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Το ΔΗΚΟ θεωρεί ότι η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να λειτουργήσει προς αυτή την κατεύθυνση με την άμεση υποβολή αίτησης ένταξης στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη, ώστε να καταστήσει πλήρη και ολοκληρωμένη τη συμμετοχή της ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να διευρύνει το ρόλο της ως παράγοντας ειρήνης και συνεργασίας και ώστε να ενισχύσει τη γεωπολιτική δυνατότητα της Κύπρου με την προοπτική της ενεργούς πολιτικής αξιοποίησης.
Στα πλαίσια της δημόσιας συζήτησης για την ανάγκη υποβολής αίτησης ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη, οι διαφωνούντες προβάλλουν κάποια επιχειρήματα. Παρά το ότι σεβόμαστε αυτή την επιχειρηματολογία, δηλώνουμε ότι διαφωνούμε με τη βάση και το περιεχόμενό της. Συγκεκριμένα, παρουσιάζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής κεντρικά επιχειρήματα/ερωτήματα:
1. «Ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη είναι ‘παρακλάδι’ του ΝΑΤΟ, έτσι πρέπει να μείνουμε μακριά του.»
Ως γνωστόν, και όπως προαναφέρθηκε, ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη είναι πρόγραμμα του ΝΑΤΟ που αφορά τη σχέση του ΝΑΤΟ με χώρες που δεν είναι μέλη του. Ένας διεθνής οργανισμός έχει υποχρέωση να έχει θετικές σχέσεις με τους παράγοντες του διεθνούς χώρου, δηλαδή με τα κράτη. Ιδιαίτερα όταν οι διαχωρισμοί που επέβαλε η περίοδος του Ψυχρού Πολέμου έχουν εκλείψει, με αποτέλεσμα ο κόσμος να μην διαχωρίζεται πλέον σε εχθρούς και φίλους, είναι απαραίτητο για το ΝΑΤΟ να λειτουργήσει ως ανοικτός οργανισμός, αίροντας αυτή την κατηγοριοποίηση. Έτσι, μέσα από το Συνεταιρισμό για την Ειρήνη τα κράτη που δεν είναι μέλη του ΝΑΤΟ μπορούν να έχουν, μέσα από δομημένες διαδικασίες, τη σχέση που οι λαοί τους κρίνουν ότι πρέπει να έχουν με το ΝΑΤΟ. Βεβαίως, εάν η θέση που εκφράζεται από κάποιους είναι ότι η Κύπρος δεν πρέπει να έχει καμία σχέση με το ΝΑΤΟ, μάλλον ως κατ’ ευχήν σκέψη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Είτε αποφασίσουμε να αγνοήσουμε το ΝΑΤΟ, είτε όχι, το ΝΑΤΟ θα υπάρχει ούτως ή άλλως. Εάν όμως αυτοπεριορίζουμε τη διεθνή δραστηριότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρασυρόμενοι από ιδεολογικές εμμονές που παραμένουν προσκολλημένες σε δεδομένα που έχουν εκλείψει πριν από δύο δεκαετίες, τότε μπορεί να είμαστε ιδεολογικά συνεπείς, αλλά ταυτόχρονα είμαστε εθνικά ασυνεπείς. Επειδή, όταν η ιδεολογική θέση αρχής ξεπερνά σε σπουδαιότητα τη θέση του συμφέροντος της πολιτείας, βρίσκεται σε διάσταση με το συμφέρον των πολιτών, που δεν ορίζεται από τη συνέπεια σε ιδεολογικά απολιθώματα, αλλά από την ετοιμότητα της ανταπόκρισης σε πραγματικές ανάγκες.
2. «Ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη είναι προθάλαμος του ΝΑΤΟ».
Μέχρι σήμερα, δέκα εταιρικά κράτη έγιναν πλήρη μέλη του ΝΑΤΟ, δώδεκα μαζί με την Αλβανία και την Κροατία που έγιναν μόλις χθες μέλη, ένα εταιρικό κράτος είναι υποψήφιο για ένταξη στο ΝΑΤΟ. Η εξέλιξη της σχέσης του κάθε κράτους με το ΝΑΤΟ είναι κάτι που αφορά αποκλειστικά το ίδιο το κράτος και απολύτως κανέναν άλλο. Εάν η Κυπριακή Δημοκρατία δεν επιθυμεί να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ δεν θα υποβάλει σχετική αίτηση, ενώ εάν επιθυμεί να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ, θα υποβάλει. Ταυτόχρονα, εάν η Κυπριακή Δημοκρατία επιθυμεί να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ, δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση να προηγηθεί η ένταξή της στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη. Ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη εκφράζει ακριβώς αυτό: τη βούληση των κρατών που συνειδητά επιθυμούν να έχουν εταιρική σχέση με το ΝΑΤΟ, χωρίς να είναι μέλη του. Το ΔΗΚΟ δεν τοποθετείται υπέρ της ένταξης της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, αλλά υποστηρίζει την ανάπτυξη μίας λειτουργικής σχέσης με το ΝΑΤΟ, στα μέτρα και στις ανάγκες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το ΔΗΚΟ θεωρεί ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει ούτε την πολυτέλεια, ούτε την επιλογή της αποχής από το διεθνές περιβάλλον συνεργασίας για την ασφάλεια. Το διεθνές περιβάλλον υφίσταται με ή χωρίς την Κυπριακή Δημοκρατία και εάν εμείς έχουμε τη ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να υπάρξουμε ξέχωρα από τις διεθνείς δομές συνεργασίας, τότε αδικούμε κατάφορα την Κυπριακή Δημοκρατία.
3. «Η Κύπρος, ως μέλος του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη, θα είναι υποχρεωμένη να συμμετέχει στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ;»
Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα είναι υποχρεωμένη να συμμετάσχει με οποιοδήποτε τρόπο σε οποιαδήποτε επιχείρηση με την οποία τα συντεταγμένα όργανα του κράτους δεν συμφωνούν. Π.χ., το 1996 δεν ήταν συμβατική υποχρέωση των εταιρικών κρατών να συμμετάσχουν με στρατιωτικά τμήματα στη Δύναμη Εφαρμογής της ειρηνευτικής συμφωνίας για τη Βοσνία, το 1999 δεν ήταν υποχρεωτικό για τα εταιρικά κράτη να συμμετάσχουν στη δύναμη του Κοσσυφοπεδίου και το 2003 δεν ήταν υποχρεωτικό για τα εταιρικά κράτη να συμμετάσχουν στη Διεθνή Δύναμη Βοήθειας για Ασφάλεια στο Αφγανιστάν, κ.ο.κ.. Εάν η Κυπριακή Δημοκρατία, ως μέλος του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη, κρίνει ότι σε ανάλογες περιπτώσεις χρειάζεται να συμμετάσχει, τότε θα συμμετάσχει, όπως έπραξε ήδη για το Κονγκό, για το Σουδάν, για τη FYROM, για τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και για τη Μολδαβία-Ουκρανία.
4. «Μέσα από το Συνεταιρισμό για την Ειρήνη, η Τουρκία θα γνωρίζει τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς της Κύπρου;»
Είναι γεγονός ότι μεταξύ των στόχων του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη είναι η διαφάνεια στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Όμως αυτό δεν μας επηρεάζει με οποιοδήποτε αρνητικό τρόπο, αφού μέσα στους στόχους της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Εθνικής Φρουράς δεν είναι η πρόκληση έκπληξης στην Τουρκία μέσα από τη διενέργεια αστραπιαίας στρατιωτικής επιχείρησης. Πέρα από την εκατέρωθεν ισχύ της διαφάνειας, πέρα από το ότι αποτελεί μάλλον ψευδαίσθηση η εντύπωση της μυστικότητας των εξοπλισμών της Εθνικής Φρουράς και πέρα από το ότι κάποια πρόσφατα εξοπλιστικά προγράμματα της Κύπρου ανακοινώθηκαν δημόσια από τον Κυβερνητικό Εκπρόσωπο, η εθνική μας υπόθεση δεν είναι στρατιωτικό, αλλά πολιτικό πρόβλημα. Η Εθνική Φρουρά δεν είναι αντάρτικο τμήμα αλλά ο στρατός ενός υπεύθυνου κράτους, και η διαφάνεια στους εξοπλισμούς της δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αποτελεί απευκταία διαδικασία. Εφόσον η διεθνής πρακτική έχει να κάνει με τη διαφάνεια και εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία είναι σοβαρό κράτος, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει με επιφύλαξη την αποκάλυψη των στρατιωτικών της δυνάμεων, αφού κάτι τέτοιο θα ήταν μάλλον συμπεριφορά και στάση τριτοκοσμικού και αποτυχημένου κράτους. Εξάλλου, εδώ και πολλά χρόνια, η συμμετοχή της Κύπρου στον ΟΑΣΕ έχει να κάνει και με τα θέματα διαφάνειας σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς, κάτι που ουδέποτε αντιμετωπίστηκε με καχυποψία από τις Κυβερνήσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας.
5. «Η Τουρκία, ούτως ή άλλως, θα ασκήσει βέτο κατά της αίτησης ένταξης της Κύπρου, έτσι δεν χρειάζεται η υποβολή αίτησης ένταξης».
Η δυνατότητα πρόταξης του δικαιώματος της αρνησικυρίας που διαθέτει η Τουρκία ως κράτος μέλος του ΝΑΤΟ έναντι της αίτησης της Κυπριακής Δημοκρατίας για ένταξη στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη δεν είναι μία παράμετρος που μπορεί να αυτοπεριορίσει την Κυπριακή Δημοκρατία από την εξάσκηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, ιδιαίτερα σε θέματα άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Εάν η Κυπριακή Δημοκρατία κρίνει ότι είναι προς το συμφέρον της χώρας να υποβάλει αίτηση ένταξης, θα το πράξει και θα λειτουργήσει έτσι ώστε η αίτησή της να γίνει αποδεκτή. Εάν η Τουρκία κρίνει ότι είναι προς το συμφέρον της η παρεμπόδιση της ένταξης της Κύπρου, θα το πράξει. Όμως, δεν μπορεί η εφαρμογή της τουρκικής πολιτικής να λειτουργεί αποτρεπτικά προς την εφαρμογή της δικής μας πολιτικής. Επιπλέον, δεν ευσταθεί η εντύπωση της εξίσωσης του ενδεχόμενου τουρκικού βέτο με το ενδεχόμενο κυπριακό βέτο για την πρόοδο της ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η κάθε τοποθέτηση στο διεθνές πολιτικό περιβάλλον, γίνεται με βάση συγκεκριμένο πολιτικό αιτιολογικό. Έτσι, η Κύπρος θα έχει τη δυνατότητα της άσκησης πραγματικής εξωτερικής πολιτικής και ουσιαστικών διπλωματικών κινήσεων εντός του πλαισίου που θα διαμορφωθεί. Επιπρόσθετα, ανεξαρτήτως της τουρκικής στάσης, η υποβολή αίτησης ένταξης θα συμβάλει εποικοδομητικά στην προσπάθεια επίτευξης λύσης του Κυπριακού Προβλήματος, αφού θα λειτουργήσει ως επιπρόσθετο πολιτικό και διαπραγματευτικό πλεονέκτημα στις προσπάθειες του Προέδρου της Δημοκρατίας στα πλαίσια των διαβουλεύσεων.
6. «Πρακτικά δεν θα αλλάξει τίποτα προς το καλύτερο εάν είμαστε μέλος του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη, έτσι δεν χρειάζεται να ενταχθούμε».
Αυτό είναι μάλλον το πιο λογικοφανές επιχείρημα εναντίον της υποβολής αίτησης ένταξης στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη. Κατ’ αρχήν, αντιστρέφω αυτό το επιχείρημα: Τι τραγικό θα συμβεί εάν η Κύπρος είναι μέλος του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη; Θα επηρεαστεί αρνητικά η καθημερινότητα του Κύπριου πολίτη; Βεβαίως όχι. Όμως η θέση ότι δεν θα αλλάξει θετικά τίποτα με την ένταξη της Κύπρου, βασίζεται σε μια στατική αντίληψη της διεθνούς και της ευρωπαϊκής πολιτικής πραγματικότητας ενώ, αντίθετα, η πραγματικότητα έχει δυναμικά χαρακτηριστικά που αλληλοεπηρεάζονται όχι μόνο προσθετικά, αλλά και πολλαπλασιαστικά. Η μεγαλύτερη πρόκληση για την Κυπριακή Δημοκρατία μετά από την ανασυγκρότηση που ακολούθησε την τουρκική εισβολή και τις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού, είναι η ενεργός ανταπόκριση στα καθήκοντα του κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μεγάλη πρόκληση για την εξωτερική πολιτική της Κύπρου είναι η πλήρης και ενεργός συμμετοχή στα όργανα και στους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έτσι ώστε ως κράτος να μπορούμε να συμβάλουμε στην προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και έτσι ώστε οι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας να είναι παρόντες σε αυτή τη διαδικασία. Οι νέες πολιτικές δυνατότητες της Κύπρου δεν επισυνέβησαν αυτόματα μετά από την υπογραφή της συνθήκης προσχώρησης αλλά καλλιεργούνται και επιβεβαιώνονται καθημερινά μέσα από την καλή συμμετοχή μας και μέσα από την καλή συνεργασία μας με τους εταίρους μας. Η καλή συνεργασία δεν περιορίζεται μόνο στην αναζήτηση υποστήριξης για τα δικά μας δίκαια. Αλλά έχει να κάνει με την έκφραση που θέλει τον ένα να μπορεί να «μπει μέσα στα παπούτσια» του άλλου. Ή κατά μία άλλη έκφραση να μπορεί να «μπει κάτω από το δέρμα» του άλλου ώστε να αντιληφθεί και να κατανοήσει τα προβλήματα και τις ανησυχίες του. Η αποσπασματική συμμετοχή της Κύπρου, την καθιστά μέλος περιορισμένης ευθύνης, με περιορισμένη παρέμβαση και με περιορισμένο περιθώριο επιτυχιών. Επειδή δεν είναι αυτή η συμμετοχή που οραματίστηκαν όσοι πίστεψαν στο ευρωπαϊκό μέλλον της Κύπρου, δεν μπορούμε να δεχθούμε περιορισμένη ευρωπαϊκή συμμετοχή για την Κυπριακή Δημοκρατία. Και εκ των πραγμάτων, η πλήρης συμμετοχή περνά μέσα από την ένταξη στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Για το Δημοκρατικό Κόμμα, η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν ένα όραμα το οποίο υπηρετήσαμε και συνεχίζουμε να υπηρετούμε. Για την ολοκλήρωση αυτού του οράματος χρειάζεται αποδοτική και πλήρης συμμετοχή μας στα όργανα και στους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ΔΗΚΟ δεν βλέπει τη διαρκή αναβάθμιση της συμμετοχής της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε μέσα από μπλε, ούτε μέσα από κόκκινους φακούς. Επειδή στην πραγματικότητα, δεν έχει σημασία τι χρώμα έχουν οι φακοί, αρκεί να μην είναι διαθλαστικοί. Όταν οι φακοί προκαλούν ιδεολογική διάθλαση της πραγματικότητας, δεν υπηρετούν τα οράματα και τους στόχους του κυπριακού λαού, που εμείς ως Κόμμα του Κέντρου είμαστε ταγμένοι να υπηρετούμε. Η ανάγκη υποβολής αίτησης ένταξης στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη ήταν διαχρονική θέση του ΔΗΚΟ, που προτάχθηκε τόσο προς τον αείμνηστο Τάσσο Παπαδόπουλο, όσο και προς τον Πρόεδρο Χριστόφια. Ο Τάσσος Παπαδόπουλος, σεβάστηκε τις επιφυλάξεις του ΑΚΕΛ και μετέθεσε προς το μέλλον την υποβολή αίτησης ένταξης στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη. Όμως οι ευαισθησίες του ΑΚΕΛ, όσο σεβαστές και εάν είναι, δεν μπορούν να λειτουργούν ανασταλτικά για την όδευση προς την ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού μέλλοντος του Κυπριακού λαού. Το αίτημα της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτικών δυνάμεων μπορεί και πρέπει να εισακουστεί από την Κυβέρνηση, και εφόσον υπάρχουν επιφυλάξεις και ανησυχίες για την εξέλιξη της συμμετοχής της Κύπρου στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη, πιστεύουμε ότι ο Πρόεδρος Χριστόφιας θα διαχειριστεί τη συμμετοχή της Κύπρου με τρόπο που να μην επιτρέψει στις ανησυχίες να μετουσιωθούν σε πράξη. Έτσι, το ΔΗΚΟ καλεί την Κυβέρνηση, καλεί τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, να δρομολογήσει άμεσα τις διαδικασίες για υποβολή αίτησης ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη.
Ετικέτες
Ευρωπαϊκή Ένωση,
Κοινοβουλευτική Δράση
23/2/09
Ερώτηση προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως σχετικά με το ρόλο της Προεδρικής Φρουράς
Ερώτηση που κατατέθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων και απευθύνεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως:
Παρακαλείται ο αρμόδιος Υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων σχετικά με τα εξής, που προκύπτουν μέσα από δημοσίευμα της Εφημερίδας ΣΗΜΕΡΙΝΗ της 23 Φεβρουαρίου 2009 και αφορούν το ρόλο της Μονάδας Προεδρικής Φρουράς:
· Αληθεύει ότι, σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Μονάδα Προεδρικής Φρουράς διαδραμάτισε επιχειρησιακό ρόλο στα πλαίσια της οργάνωσης της σύλληψης του τότε δραπέτη Αντώνη Κίτα (Αλ Καπόνε);
· Αληθεύει ότι, σύμφωνα με το δημοσίευμα, σχεδιάζεται η αναβάθμιση του ρόλου της Προεδρικής Φρουράς με ανάθεση σε αυτήν του συντονισμού ενεργειών Αστυνομίας – ΚΥΠ και της ανάλυσης πληροφοριών που άπτονται της ασφάλειας του Κράτους και της εγκληματικής δραστηριότητας φατριών και εμπόρων ναρκωτικών;
Τέλος, επισημαίνεται, ότι η αποστολή της Προεδρικής Φρουράς, που συγκροτήθηκε σε Μονάδα στις 10 Φεβρουαρίου 1979 σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Αστυνομίας Νόμου Κεφ. 285, είναι «η προστασία και ασφάλεια της Α. Ε. Προέδρου της Δημοκρατίας και των μελών της οικογένειας του» και διοικείται από Αξιωματικό, ο οποίος επιχειρησιακά υπάγεται στον Αρχηγό Αστυνομίας και Διοικητικά στον Β/Αρχηγό Υποστήριξης.
· Μέσα από τα ανωτέρω που βασίζεται και πώς προκύπτει ο αναβαθμισμένος ρόλος της Μονάδας Προεδρικής Φρουράς;
Παρακαλείται ο αρμόδιος Υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων σχετικά με τα εξής, που προκύπτουν μέσα από δημοσίευμα της Εφημερίδας ΣΗΜΕΡΙΝΗ της 23 Φεβρουαρίου 2009 και αφορούν το ρόλο της Μονάδας Προεδρικής Φρουράς:
· Αληθεύει ότι, σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Μονάδα Προεδρικής Φρουράς διαδραμάτισε επιχειρησιακό ρόλο στα πλαίσια της οργάνωσης της σύλληψης του τότε δραπέτη Αντώνη Κίτα (Αλ Καπόνε);
· Αληθεύει ότι, σύμφωνα με το δημοσίευμα, σχεδιάζεται η αναβάθμιση του ρόλου της Προεδρικής Φρουράς με ανάθεση σε αυτήν του συντονισμού ενεργειών Αστυνομίας – ΚΥΠ και της ανάλυσης πληροφοριών που άπτονται της ασφάλειας του Κράτους και της εγκληματικής δραστηριότητας φατριών και εμπόρων ναρκωτικών;
Τέλος, επισημαίνεται, ότι η αποστολή της Προεδρικής Φρουράς, που συγκροτήθηκε σε Μονάδα στις 10 Φεβρουαρίου 1979 σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Αστυνομίας Νόμου Κεφ. 285, είναι «η προστασία και ασφάλεια της Α. Ε. Προέδρου της Δημοκρατίας και των μελών της οικογένειας του» και διοικείται από Αξιωματικό, ο οποίος επιχειρησιακά υπάγεται στον Αρχηγό Αστυνομίας και Διοικητικά στον Β/Αρχηγό Υποστήριξης.
· Μέσα από τα ανωτέρω που βασίζεται και πώς προκύπτει ο αναβαθμισμένος ρόλος της Μονάδας Προεδρικής Φρουράς;
Ετικέτες
Αστυνομία,
Κοινοβουλευτική Δράση
6/2/09
Πρόταση Νόμου σχετικά με τη μείωση της στρατιωτικής θητείας - Απάντηση σε άρθρο του κ. Κωστάκη Αντωνίου
Σε άρθρο του στη στήλη «Στίγμα» στην Εφημερίδα «Σημερινή» της 04 Φεβρουαρίου 2009, ο κ. Κωστάκης Αντωνίου παραθέτει σειρά αναφορών σχετικά με την κατάθεση Πρότασης Νόμου εκ μέρους του Δημοκρατικού Κόμματος που αφορά τη διαδικασία λήψης απόφασης για μείωση της στρατιωτικής θητείας. Ο δημόσιος διάλογος για θέματα ιδιαίτερης εθνικής σημασίας είναι απαραίτητος και χαιρετίζω το σχετικό ενδιαφέρον του αρθρογράφου. Όμως ως ο εισηγητής της συγκεκριμένης Πρότασης οφείλω να προβώ σε ορισμένες διευκρινίσεις προς αποκατάσταση της αλήθειας, αφού ο κ. Αντωνίου στηρίζει τις απόψεις του κατά βάση σε ανακρίβειες.
1. Το ΔΗΚΟ λειτουργεί πολιτικά, μέσα από τη συμμετοχή του στην εκτελεστική και στη νομοθετική εξουσία. Στα πλαίσια της εκτελεστικής εξουσίας εκφράζει τη διαφωνία του με το συγκεκριμένο σχεδιασμό του Υπουργείου Άμυνας και στα πλαίσια της νομοθετικής εξουσίας εισηγείται τη ρύθμιση του νομικού πλαισίου έτσι ώστε να προκύψουν αποφάσεις ως προϊόν ευρύτατων πολιτικών και εθνικών συναινέσεων. Η έκφραση τεκμηριωμένων απόψεων σχετικά με το σημαντικό θέμα της αναδιοργάνωσης της ΕΦ και της μείωσης της στρατιωτικής θητείας είναι ουσιαστική υπηρεσία προς την Κυβέρνηση αφού την προστατεύει από αποφάσεις που κρίνουμε ότι έχουν σημαντικές αδυναμίες.
2. Η δυνατότητα του Υπουργικού Συμβουλίου για καθορισμό της διάρκειας της στρατιωτικής θητείας με απόφασή του, δεν είναι «συνταγματικό δικαίωμα του Προέδρου», δηλαδή δεν καθορίζεται από το Σύνταγμα, όπως λανθασμένα αναφέρει ο κ. Αντωνίου, αλλά παρέχεται στην εκτελεστική εξουσία από τη Βουλή με τον Περί Εθνικής Φρουράς Νόμο. Είναι αυτονόητο ότι μία λειτουργία που ρυθμίζεται με Νόμο που ψηφίστηκε από τη Βουλή, μπορεί να τροποποιηθεί με Νόμο που ψηφίζεται από τη Βουλή.
3. Η Πρόταση Νόμου του ΔΗΚΟ δεν αφορά τη διαδικασία αναδιοργάνωσης της Εθνικής Φρουράς, όπως λανθασμένα αναφέρει ο κ. Αντωνίου, αλλά μόνο το θέμα του καθορισμού της διάρκειας της στρατιωτικής θητείας.
4. Η Πρόταση Νόμου του ΔΗΚΟ αφορά αποκλειστικά την τροποποίηση του Άρθρου 5 του Περί Εθνικής Φρουράς Νόμου σύμφωνα με το οποίο η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία για όλους τους στρατεύσιμους ορίζεται ως εικοσιπεντάμηνη, εκτός εάν το Υπουργικό Συμβούλιο ορίσει συντομότερη θητεία για οποιαδήποτε κλάση κατάταξης. Το ΔΗΚΟ προτείνει όπως το σημείο αυτό τροποποιηθεί έτσι ώστε η απόφαση για μείωση της στρατιωτικής θητείας να μπορεί να προκύψει μέσα από την κατάθεση Νομοσχεδίου από την εκτελεστική εξουσία προς τη Βουλή των Αντιπροσώπων για σαφή επανακαθορισμό της διάρκειας της στρατιωτικής θητείας.
5. Το Υπουργικό Συμβούλιο θα διατηρήσει τη δυνατότητα που του παρέχει ο Νόμος για αύξηση της διάρκειας της στρατιωτικής θητείας σε περίπτωση εκτάκτου ανάγκης.
6. Όταν στο παρελθόν, το 2002, επί Προεδρίας Γλαύκου Κληρίδη και Υπουργίας Σωκράτη Χάσικου, μειώθηκε η στρατιωτική θητεία κατά ένα μήνα, από τους 26 στους 25 μήνες, η εκτελεστική εξουσία δεν έκανε χρήση του δικαιώματος για μείωση της στρατιωτικής θητείας με υπουργικό διάταγμα αλλά κατέθεσε Νομοσχέδιο στη Βουλή με το οποίο η στρατιωτική θητεία επανακαθοριζόταν ως μικρότερης διάρκειας.
Πέρα από αυτά όμως, όσον αφορά τους χαρακτηρισμούς του κ. Αντωνίου περί της στάσης του ΔΗΚΟ, αντιπαρατάσσω ότι η πρόταξη της ανάγκης για συλλογική ανάληψη της ευθύνης σημαντικών αποφάσεων που άπτονται της ασφάλειας του τόπου είναι καθήκον όλων, ιδιαίτερα όταν δρομολογούνται αποφάσεις που εμπεριέχουν κινδύνους. Π.χ. ο ΔΗΣΥ αναγνωρίζει επίσημα ότι με τη μείωση της θητείας στους 19 μήνες και με τη δημιουργία δύο σειρών κατάταξης το ποσοστό της φυγοστρατίας «θα υπερδιπλασιαστεί», ότι «το εγχείρημα της αναδιοργάνωσης – μείωσης θα καταρρεύσει» ότι «η κατάσταση θα είναι μη αναστρέψιμη», ότι θα δημιουργηθεί «σοβαρό επιχειρησιακό πρόβλημα» και ότι η πρόθεση της Κυβέρνησης «θα αποδυναμώσει αντί να ενισχύσει τη μαχητική ικανότητα της ΕΦ». Αλλά ο ΔΗΣΥ, παρά τις διαπιστώσεις του, φαίνεται ότι δεν υποστηρίζει την Πρόταση Νόμου του ΔΗΚΟ για ανάληψη ευθύνης προστασίας του τόπου και των πολιτών από τους κινδύνους που διαβλέπει. Δηλαδή αναμένει την κατάρρευση της διαδικασίας ώστε εκ των υστέρων να χαιρεκακεί «δικαιωμένος». Όμως ο κ. Κωστάκης Αντωνίου σημειώνει ότι «ο Δημοκρατικός Συναγερμός τηρεί υπεύθυνη και σοβαρή στάση και δεν φαίνεται διατεθειμένος να ακολουθήσει το ΔΗΚΟ στον κατήφορο». Ο κ. Αντωνίου μπορεί να υποστηρίζει μέσα από τη στήλη του τις πρακτικές όποιου Κόμματος κρίνει ο ίδιος, όμως θεωρώ ότι απλούστατα ο ΔΗΣΥ δεν είναι διατεθειμένος να ακολουθήσει το ΔΗΚΟ στον ανήφορο των έγκαιρων πολιτικών επιλογών που εμπεριέχουν ενδεχόμενο πολιτικό κόστος. Το ΔΗΚΟ τολμά να προτιμά το πολιτικό παρά το εθνικό κόστος και επιμένει να απευθύνεται στη διάνοια παρά στο θυμικό των πολιτών. Και όλοι οφείλουν να είναι αντικειμενικοί και εμπεριστατωμένοι, αλλά κυρίως να αποδίδουν τον ελάχιστο σεβασμό, στα όρια της ευγένειας, τόσο στους πολιτικούς οργανισμούς όσο και στους θεσμούς του κράτους, όπως είναι η Επιτροπή Άμυνας της Βουλής.
[Το άρθρο του κ. Αντωνίου είναι αναρτημένο ως "σχόλιο".]
1. Το ΔΗΚΟ λειτουργεί πολιτικά, μέσα από τη συμμετοχή του στην εκτελεστική και στη νομοθετική εξουσία. Στα πλαίσια της εκτελεστικής εξουσίας εκφράζει τη διαφωνία του με το συγκεκριμένο σχεδιασμό του Υπουργείου Άμυνας και στα πλαίσια της νομοθετικής εξουσίας εισηγείται τη ρύθμιση του νομικού πλαισίου έτσι ώστε να προκύψουν αποφάσεις ως προϊόν ευρύτατων πολιτικών και εθνικών συναινέσεων. Η έκφραση τεκμηριωμένων απόψεων σχετικά με το σημαντικό θέμα της αναδιοργάνωσης της ΕΦ και της μείωσης της στρατιωτικής θητείας είναι ουσιαστική υπηρεσία προς την Κυβέρνηση αφού την προστατεύει από αποφάσεις που κρίνουμε ότι έχουν σημαντικές αδυναμίες.
2. Η δυνατότητα του Υπουργικού Συμβουλίου για καθορισμό της διάρκειας της στρατιωτικής θητείας με απόφασή του, δεν είναι «συνταγματικό δικαίωμα του Προέδρου», δηλαδή δεν καθορίζεται από το Σύνταγμα, όπως λανθασμένα αναφέρει ο κ. Αντωνίου, αλλά παρέχεται στην εκτελεστική εξουσία από τη Βουλή με τον Περί Εθνικής Φρουράς Νόμο. Είναι αυτονόητο ότι μία λειτουργία που ρυθμίζεται με Νόμο που ψηφίστηκε από τη Βουλή, μπορεί να τροποποιηθεί με Νόμο που ψηφίζεται από τη Βουλή.
3. Η Πρόταση Νόμου του ΔΗΚΟ δεν αφορά τη διαδικασία αναδιοργάνωσης της Εθνικής Φρουράς, όπως λανθασμένα αναφέρει ο κ. Αντωνίου, αλλά μόνο το θέμα του καθορισμού της διάρκειας της στρατιωτικής θητείας.
4. Η Πρόταση Νόμου του ΔΗΚΟ αφορά αποκλειστικά την τροποποίηση του Άρθρου 5 του Περί Εθνικής Φρουράς Νόμου σύμφωνα με το οποίο η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία για όλους τους στρατεύσιμους ορίζεται ως εικοσιπεντάμηνη, εκτός εάν το Υπουργικό Συμβούλιο ορίσει συντομότερη θητεία για οποιαδήποτε κλάση κατάταξης. Το ΔΗΚΟ προτείνει όπως το σημείο αυτό τροποποιηθεί έτσι ώστε η απόφαση για μείωση της στρατιωτικής θητείας να μπορεί να προκύψει μέσα από την κατάθεση Νομοσχεδίου από την εκτελεστική εξουσία προς τη Βουλή των Αντιπροσώπων για σαφή επανακαθορισμό της διάρκειας της στρατιωτικής θητείας.
5. Το Υπουργικό Συμβούλιο θα διατηρήσει τη δυνατότητα που του παρέχει ο Νόμος για αύξηση της διάρκειας της στρατιωτικής θητείας σε περίπτωση εκτάκτου ανάγκης.
6. Όταν στο παρελθόν, το 2002, επί Προεδρίας Γλαύκου Κληρίδη και Υπουργίας Σωκράτη Χάσικου, μειώθηκε η στρατιωτική θητεία κατά ένα μήνα, από τους 26 στους 25 μήνες, η εκτελεστική εξουσία δεν έκανε χρήση του δικαιώματος για μείωση της στρατιωτικής θητείας με υπουργικό διάταγμα αλλά κατέθεσε Νομοσχέδιο στη Βουλή με το οποίο η στρατιωτική θητεία επανακαθοριζόταν ως μικρότερης διάρκειας.
Πέρα από αυτά όμως, όσον αφορά τους χαρακτηρισμούς του κ. Αντωνίου περί της στάσης του ΔΗΚΟ, αντιπαρατάσσω ότι η πρόταξη της ανάγκης για συλλογική ανάληψη της ευθύνης σημαντικών αποφάσεων που άπτονται της ασφάλειας του τόπου είναι καθήκον όλων, ιδιαίτερα όταν δρομολογούνται αποφάσεις που εμπεριέχουν κινδύνους. Π.χ. ο ΔΗΣΥ αναγνωρίζει επίσημα ότι με τη μείωση της θητείας στους 19 μήνες και με τη δημιουργία δύο σειρών κατάταξης το ποσοστό της φυγοστρατίας «θα υπερδιπλασιαστεί», ότι «το εγχείρημα της αναδιοργάνωσης – μείωσης θα καταρρεύσει» ότι «η κατάσταση θα είναι μη αναστρέψιμη», ότι θα δημιουργηθεί «σοβαρό επιχειρησιακό πρόβλημα» και ότι η πρόθεση της Κυβέρνησης «θα αποδυναμώσει αντί να ενισχύσει τη μαχητική ικανότητα της ΕΦ». Αλλά ο ΔΗΣΥ, παρά τις διαπιστώσεις του, φαίνεται ότι δεν υποστηρίζει την Πρόταση Νόμου του ΔΗΚΟ για ανάληψη ευθύνης προστασίας του τόπου και των πολιτών από τους κινδύνους που διαβλέπει. Δηλαδή αναμένει την κατάρρευση της διαδικασίας ώστε εκ των υστέρων να χαιρεκακεί «δικαιωμένος». Όμως ο κ. Κωστάκης Αντωνίου σημειώνει ότι «ο Δημοκρατικός Συναγερμός τηρεί υπεύθυνη και σοβαρή στάση και δεν φαίνεται διατεθειμένος να ακολουθήσει το ΔΗΚΟ στον κατήφορο». Ο κ. Αντωνίου μπορεί να υποστηρίζει μέσα από τη στήλη του τις πρακτικές όποιου Κόμματος κρίνει ο ίδιος, όμως θεωρώ ότι απλούστατα ο ΔΗΣΥ δεν είναι διατεθειμένος να ακολουθήσει το ΔΗΚΟ στον ανήφορο των έγκαιρων πολιτικών επιλογών που εμπεριέχουν ενδεχόμενο πολιτικό κόστος. Το ΔΗΚΟ τολμά να προτιμά το πολιτικό παρά το εθνικό κόστος και επιμένει να απευθύνεται στη διάνοια παρά στο θυμικό των πολιτών. Και όλοι οφείλουν να είναι αντικειμενικοί και εμπεριστατωμένοι, αλλά κυρίως να αποδίδουν τον ελάχιστο σεβασμό, στα όρια της ευγένειας, τόσο στους πολιτικούς οργανισμούς όσο και στους θεσμούς του κράτους, όπως είναι η Επιτροπή Άμυνας της Βουλής.
[Το άρθρο του κ. Αντωνίου είναι αναρτημένο ως "σχόλιο".]
2/2/09
Ερώτηση προς τον Υπουργό Άμυνας για τον αριθμό των κατοχικών στρατευμάτων
Ερώτηση που κατατέθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων και απευθύνεται στον Υπουργό Άμυνας:
Παρακαλείται ο αρμόδιος Υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων σχετικά με τη βασιμότητα του δημοσιεύματος της Εφημερίδας ΠΟΛΙΤΗΣ της 01 Φεβρουαρίου 2009, σύμφωνα με το οποίο ο αριθμός των κατοχικών στρατευμάτων ανέρχεται σε «κάτι περισσότερο από 24.000 άνδρες», με αναφερόμενη πηγή έκθεση της ΟΥΝΦΙΚΥΠ που παρουσιάστηκε από τον επικεφαλής της ειρηνευτικής δύναμης στην Κύπρο, Συνταγματάρχη Gerard Hughes.
Παρακαλείται ο αρμόδιος Υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων σχετικά με τη βασιμότητα του δημοσιεύματος της Εφημερίδας ΠΟΛΙΤΗΣ της 01 Φεβρουαρίου 2009, σύμφωνα με το οποίο ο αριθμός των κατοχικών στρατευμάτων ανέρχεται σε «κάτι περισσότερο από 24.000 άνδρες», με αναφερόμενη πηγή έκθεση της ΟΥΝΦΙΚΥΠ που παρουσιάστηκε από τον επικεφαλής της ειρηνευτικής δύναμης στην Κύπρο, Συνταγματάρχη Gerard Hughes.
Ετικέτες
Άμυνα,
Κοινοβουλευτική Δράση
20/1/09
Εθνική Φρουρά και Εθνική Συναίνεση
Στις 15 Ιανουαρίου 2008 κατέθεσα, εκ μέρους της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος, Πρόταση Νόμου που τροποποιεί τον Περί Εθνικής Φρουράς Νόμο. Συγκεκριμένα, οι προτεινόμενες αλλαγές αφορούν το θέμα της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας που αποτελεί επαχθές επακόλουθο της διαχρονικής τουρκικής επεκτατικότητας και υψηλό καθήκον διαφύλαξης της εδαφικής μας ακεραιότητας. Επιδίωξη της πρότασης του ΔΗΚΟ είναι η ανάληψη αυτής της μεγάλης ευθύνης από τα συντεταγμένα θεσμικά όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας που εκφράζουν την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία της κυπριακής πολιτείας.
Σήμερα, σύμφωνα με το Άρθρο 5 του Περί Εθνικής Φρουράς Νόμου, η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία για όλους τους στρατεύσιμους ορίζεται ως εικοσιπεντάμηνη, εκτός εάν το Υπουργικό Συμβούλιο ορίσει συντομότερη θητεία για οποιαδήποτε κλάση κατάταξης. Προτείνεται όπως το σημείο αυτό τροποποιηθεί έτσι ώστε η απόφαση για μείωση της στρατιωτικής θητείας να μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από την κατάθεση Νομοσχεδίου από την εκτελεστική εξουσία προς τη Βουλή των Αντιπροσώπων για σαφή επανακαθορισμό της διάρκειας της στρατιωτικής θητείας.
Επιπλέον, στο ίδιο Άρθρο του Περί Εθνικής Φρουράς Νόμου, αναφέρεται ότι το Υπουργικό Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα της σύντμησης της στρατιωτικής θητείας σε περίοδο όχι μικρότερη των τριών μηνών είτε κατά σειρά κατάταξης, είτε κατά τμήμα σειράς κατάταξης, είτε κατά κατηγορία στρατευσίμων είτε για μεμονωμένα άτομα, μετά από τη συμπλήρωση θητείας διάρκειας ενός έτους ή όποτε άλλοτε το Υπουργικό Συμβούλιο κρίνει ότι προσφέρεται η δυνατότητα για κάτι τέτοιο. Με την προτεινόμενη αλλαγή της υφιστάμενης νομοθεσίας το Υπουργικό Συμβούλιο θα δικαιούται να περιορίσει τη στρατιωτική θητεία μόνο κατά κατηγορία στρατευσίμων για οικογενειακούς λόγους και επιδιώκεται η επανεξέταση και ένταξή όλων των περιπτώσεων μειωμένης θητείας εντός ενός καθολικώς αποδεκτού πλαισίου νόμου, το οποίο θα κατατεθεί στη Βουλή από το Υπουργείο Άμυνας εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος.
Σκοπός της Πρότασης Νόμου του Δημοκρατικού Κόμματος είναι η διαμόρφωση του νομικού πλαισίου που διέπει τη λειτουργία της Εθνικής Φρουράς έτσι ώστε να διασφαλίζεται η προσέγγιση των αναγκαίων ευρύτατων πολιτικών, κοινοβουλευτικών και εθνικών συναινέσεων για τα θέματα της άμυνας και της ασφάλειας του τόπου. Το θέμα του εύρους της περιόδου της στρατιωτικής θητείας είναι ύψιστης εθνικής σημασίας και είναι απαραίτητη η υπεύθυνη διαχείρισή του με την παροχή της δυνατότητας επίτευξης της απαραίτητης εθνικής ομοψυχίας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της συμμετοχής και της συνυπευθυνότητας όλων στη διαρκή ενίσχυση των αμυντικών μας δυνατοτήτων. Οι καιροί είναι τέτοιοι που απαιτούν την ενότητα, τη σύμπνοια και τη συμπόρευση, μέσα από τη λειτουργία της δημοκρατίας με τρόπο που να διασφαλίζει τον πολιτικό έλεγχο και που να μην παρέχει υπερεξουσίες, που δυνατόν να καταστούν μοιραίες.
Σήμερα, σύμφωνα με το Άρθρο 5 του Περί Εθνικής Φρουράς Νόμου, η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία για όλους τους στρατεύσιμους ορίζεται ως εικοσιπεντάμηνη, εκτός εάν το Υπουργικό Συμβούλιο ορίσει συντομότερη θητεία για οποιαδήποτε κλάση κατάταξης. Προτείνεται όπως το σημείο αυτό τροποποιηθεί έτσι ώστε η απόφαση για μείωση της στρατιωτικής θητείας να μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από την κατάθεση Νομοσχεδίου από την εκτελεστική εξουσία προς τη Βουλή των Αντιπροσώπων για σαφή επανακαθορισμό της διάρκειας της στρατιωτικής θητείας.
Επιπλέον, στο ίδιο Άρθρο του Περί Εθνικής Φρουράς Νόμου, αναφέρεται ότι το Υπουργικό Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα της σύντμησης της στρατιωτικής θητείας σε περίοδο όχι μικρότερη των τριών μηνών είτε κατά σειρά κατάταξης, είτε κατά τμήμα σειράς κατάταξης, είτε κατά κατηγορία στρατευσίμων είτε για μεμονωμένα άτομα, μετά από τη συμπλήρωση θητείας διάρκειας ενός έτους ή όποτε άλλοτε το Υπουργικό Συμβούλιο κρίνει ότι προσφέρεται η δυνατότητα για κάτι τέτοιο. Με την προτεινόμενη αλλαγή της υφιστάμενης νομοθεσίας το Υπουργικό Συμβούλιο θα δικαιούται να περιορίσει τη στρατιωτική θητεία μόνο κατά κατηγορία στρατευσίμων για οικογενειακούς λόγους και επιδιώκεται η επανεξέταση και ένταξή όλων των περιπτώσεων μειωμένης θητείας εντός ενός καθολικώς αποδεκτού πλαισίου νόμου, το οποίο θα κατατεθεί στη Βουλή από το Υπουργείο Άμυνας εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος.
Σκοπός της Πρότασης Νόμου του Δημοκρατικού Κόμματος είναι η διαμόρφωση του νομικού πλαισίου που διέπει τη λειτουργία της Εθνικής Φρουράς έτσι ώστε να διασφαλίζεται η προσέγγιση των αναγκαίων ευρύτατων πολιτικών, κοινοβουλευτικών και εθνικών συναινέσεων για τα θέματα της άμυνας και της ασφάλειας του τόπου. Το θέμα του εύρους της περιόδου της στρατιωτικής θητείας είναι ύψιστης εθνικής σημασίας και είναι απαραίτητη η υπεύθυνη διαχείρισή του με την παροχή της δυνατότητας επίτευξης της απαραίτητης εθνικής ομοψυχίας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της συμμετοχής και της συνυπευθυνότητας όλων στη διαρκή ενίσχυση των αμυντικών μας δυνατοτήτων. Οι καιροί είναι τέτοιοι που απαιτούν την ενότητα, τη σύμπνοια και τη συμπόρευση, μέσα από τη λειτουργία της δημοκρατίας με τρόπο που να διασφαλίζει τον πολιτικό έλεγχο και που να μην παρέχει υπερεξουσίες, που δυνατόν να καταστούν μοιραίες.
29/10/08
Εκμίσθωση κρατικής γης στο Ακάκι: Ερώτηση προς το Υπουργείο Εσωτερικών
[Ερώτηση προς το Υπουργείο Εσωτερικών που κατατέθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 29 Οκτωβρίου 2008].
Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για το θέμα της απόρριψης της αίτησης του Κοινοτικού Συμβουλίου Ακακίου για εκμίσθωση του μέρους του δημόσιου ποταμού με αριθμό τεμαχίου 1315 του Κ.Χ. Σχεδίου 29/5 της Κοινότητας Ακακίου για σκοπούς δημιουργίας Κέντρου Πολλαπλού Αθλητικού Ψυχαγωγικού χαρακτήρα λόγω πολεοδομικής ακαταλληλότητάς του για χωροταξική ανάπτυξη και της ταυτόχρονης εκμίσθωσης του ίδιου τεμαχίου στο Αθλητικό Σωματείο ΕΔΟΝ, μέσω του ΚΟΑ, για ανέγερση αίθουσας πολλαπλής χρήσης και των αναγκαίων γραφείων για την ομαλή λειτουργία της αίθουσας πολλαπλής χρήσης.
Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για το θέμα της απόρριψης της αίτησης του Κοινοτικού Συμβουλίου Ακακίου για εκμίσθωση του μέρους του δημόσιου ποταμού με αριθμό τεμαχίου 1315 του Κ.Χ. Σχεδίου 29/5 της Κοινότητας Ακακίου για σκοπούς δημιουργίας Κέντρου Πολλαπλού Αθλητικού Ψυχαγωγικού χαρακτήρα λόγω πολεοδομικής ακαταλληλότητάς του για χωροταξική ανάπτυξη και της ταυτόχρονης εκμίσθωσης του ίδιου τεμαχίου στο Αθλητικό Σωματείο ΕΔΟΝ, μέσω του ΚΟΑ, για ανέγερση αίθουσας πολλαπλής χρήσης και των αναγκαίων γραφείων για την ομαλή λειτουργία της αίθουσας πολλαπλής χρήσης.
Ετικέτες
Κοινοβουλευτική Δράση,
Κοινοτικά Θέματα
23/10/08
Αναδιοργάνωση Εθνικής Φρουράς: 11 Ερωτήσεις προς το Υπουργείο Άμυνας
[Ερωτήσεις προς το Υπoυργείο Άμυνας που κατατέθηκαν γραπτώς στη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 23 Οκτωβρίου 2008].
1. Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για τους ακριβείς όρους εντολής της Επιτροπής που εξετάζει το θέμα της αναδιοργάνωσης και αναδιάρθρωσης της Εθνικής Φρουράς, για τα χρονοδιαγράμματα που τέθηκαν για την ολοκλήρωση της μελέτης, για τα χρονοδιαγράμματα υλοποίησης της αναδιοργάνωσης και για το εάν η μελέτη αφορά μόνο πρακτικά και λειτουργικά θέματα της Εθνικής Φρουράς ή εάν αφορά αλλαγή των στόχων της και της αποστολής της.
2. Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για τα χαρακτηριστικά των μελών της Επιτροπής που διεξάγει τη μελέτη για την αναδιοργάνωση και αναδιάρθρωση της Εθνικής Φρουράς ως προς το βαθμό, τις στρατιωτικές εμπειρίες και τις εξειδικευμένες γνώσεις τους, για το εάν ζητήθηκαν οι απόψεις (γραπτώς ή προφορικώς) των Διοικητών των Σχηματισμών και Διοικητών Μονάδων και για το εάν κλήθηκαν εξωυπηρεσιακοί εμπειρογνώμονες για να βοηθήσουν την Επιτροπή στο έργο της.
3. Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για την ακριβή φάση στην οποία βρίσκεται σήμερα η διαδικασία της αναδιοργάνωσης και αναδιάρθρωσης της Εθνικής Φρουράς, για το εάν έχει ήδη ξεκινήσει να εφαρμόζεται και για συγκεκριμένες ενέργειες που υλοποιήθηκαν ή προγραμματίζονται.
4. Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για το περιεχόμενο της μελέτης που πραγματοποιήθηκε από το ΓΕΕΦ το 2005 σχετικά με την αναδιοργάνωση και αναδιάρθρωση της Εθνικής Φρουράς, για την αξιοποίηση της μελέτης του 2005 από την Επιτροπή που επεξεργάζεται σήμερα το θέμα της αναδιοργάνωσης και αναδιάρθρωσης της Εθνικής Φρουράς και για το εάν τα συμπεράσματα της μελέτης του 2005 συγκρούονται με τα έως τώρα συμπεράσματα της τρέχουσας μελέτης.
5. Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για τον αριθμό των στρατοπέδων, φυλακίων, στρατιωτικών μονάδων και διοικήσεων που προγραμματίζεται να καταργηθούν ή καταργήθηκαν και για τους τρόπους ανάληψης και συνέχισης της αποστολής τους εάν αυτή δεν κρίθηκε ως αχρείαστη.
6. Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για το εάν στα πλαίσια της διαδικασίας αναδιοργάνωσης και αναδιάρθρωσης της Εθνικής Φρουράς υπάρχει η πιθανότητα αριθμός επαγγελματικών στελεχών να κριθούν ως πλεονάζοντα και για το εάν θα επηρεαστούν με οποιοδήποτε τρόπο οι προοπτικές ανέλιξης των επαγγελματικών στελεχών της Εθνικής Φρουράς.
7. Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για το εάν έχει υπολογιστεί το οικονομικό κόστος της αναδιοργάνωσης και αναδιάρθρωσης της Εθνικής Φρουράς σε εγκαταστάσεις, εξοπλισμό, επικοινωνίες και προσλήψεις επαγγελματικών στελεχών.
8. Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για το εάν στα πλαίσια της διαδικασίας αναδιοργάνωσης και αναδιάρθρωσης της Εθνικής Φρουράς έχει γίνει οποιαδήποτε μελέτη σχετικά με συγκεκριμένες ανάγκες σε Εθελοντές Πενταετούς Υποχρέωσης και για το εάν έχουν μελετηθεί οι δυνατότητες της κυπριακής αγοράς εργασίας ως προς την κάλυψη των αναγκών σε επαγγελματικό στελεχιακό δυναμικό Εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης.
9. Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για τα έως τώρα συμπεράσματα της Επιτροπής για την ανασυγκρότηση και αναδιάρθρωση της Εθνικής Φρουράς σε σχέση με τη δυνατότητα μείωσης της στρατιωτικής θητείας στους 19 μήνες, για το εάν βρίσκονται σε αντίφαση με προηγούμενες σχετικές μελέτες και τοποθετήσεις εκ μέρους του ΓΕΕΦ και για το εάν έχουν εντοπιστεί οποιεσδήποτε συγκεκριμένες δυσκολίες ως προς την προοπτική μείωσης της στρατιωτικής θητείας που να επηρεάζουν τη λειτουργικότητα και την επιχειρησιακή ετοιμότητα της Εθνικής Φρουράς.
10. Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για τους λόγους της ουσιαστικής μείωσης του αριθμού των Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών της σειράς κατάταξης 2008Β ΕΣΣΟ και για τη σχέση της μείωσης με τη διαδικασία της ανασυγκρότησης και αναδιάρθρωσης της Εθνικής Φρουράς.
11. Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για το περιεχόμενο της απόφασης για μετακίνηση της Αεροπορικής Βάσης της Λακατάμιας, για τα κριτήρια που λήφθηκαν υπόψη για τη μετακίνησή της και για τους λόγους που οδήγησαν σε αλλαγή της προηγούμενης θέσης του ΓΕΕΦ σύμφωνα με την οποία η μετακίνηση δεν κρινόταν ως υλοποιήσιμη.
1. Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για τους ακριβείς όρους εντολής της Επιτροπής που εξετάζει το θέμα της αναδιοργάνωσης και αναδιάρθρωσης της Εθνικής Φρουράς, για τα χρονοδιαγράμματα που τέθηκαν για την ολοκλήρωση της μελέτης, για τα χρονοδιαγράμματα υλοποίησης της αναδιοργάνωσης και για το εάν η μελέτη αφορά μόνο πρακτικά και λειτουργικά θέματα της Εθνικής Φρουράς ή εάν αφορά αλλαγή των στόχων της και της αποστολής της.
2. Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για τα χαρακτηριστικά των μελών της Επιτροπής που διεξάγει τη μελέτη για την αναδιοργάνωση και αναδιάρθρωση της Εθνικής Φρουράς ως προς το βαθμό, τις στρατιωτικές εμπειρίες και τις εξειδικευμένες γνώσεις τους, για το εάν ζητήθηκαν οι απόψεις (γραπτώς ή προφορικώς) των Διοικητών των Σχηματισμών και Διοικητών Μονάδων και για το εάν κλήθηκαν εξωυπηρεσιακοί εμπειρογνώμονες για να βοηθήσουν την Επιτροπή στο έργο της.
3. Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για την ακριβή φάση στην οποία βρίσκεται σήμερα η διαδικασία της αναδιοργάνωσης και αναδιάρθρωσης της Εθνικής Φρουράς, για το εάν έχει ήδη ξεκινήσει να εφαρμόζεται και για συγκεκριμένες ενέργειες που υλοποιήθηκαν ή προγραμματίζονται.
4. Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για το περιεχόμενο της μελέτης που πραγματοποιήθηκε από το ΓΕΕΦ το 2005 σχετικά με την αναδιοργάνωση και αναδιάρθρωση της Εθνικής Φρουράς, για την αξιοποίηση της μελέτης του 2005 από την Επιτροπή που επεξεργάζεται σήμερα το θέμα της αναδιοργάνωσης και αναδιάρθρωσης της Εθνικής Φρουράς και για το εάν τα συμπεράσματα της μελέτης του 2005 συγκρούονται με τα έως τώρα συμπεράσματα της τρέχουσας μελέτης.
5. Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για τον αριθμό των στρατοπέδων, φυλακίων, στρατιωτικών μονάδων και διοικήσεων που προγραμματίζεται να καταργηθούν ή καταργήθηκαν και για τους τρόπους ανάληψης και συνέχισης της αποστολής τους εάν αυτή δεν κρίθηκε ως αχρείαστη.
6. Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για το εάν στα πλαίσια της διαδικασίας αναδιοργάνωσης και αναδιάρθρωσης της Εθνικής Φρουράς υπάρχει η πιθανότητα αριθμός επαγγελματικών στελεχών να κριθούν ως πλεονάζοντα και για το εάν θα επηρεαστούν με οποιοδήποτε τρόπο οι προοπτικές ανέλιξης των επαγγελματικών στελεχών της Εθνικής Φρουράς.
7. Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για το εάν έχει υπολογιστεί το οικονομικό κόστος της αναδιοργάνωσης και αναδιάρθρωσης της Εθνικής Φρουράς σε εγκαταστάσεις, εξοπλισμό, επικοινωνίες και προσλήψεις επαγγελματικών στελεχών.
8. Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για το εάν στα πλαίσια της διαδικασίας αναδιοργάνωσης και αναδιάρθρωσης της Εθνικής Φρουράς έχει γίνει οποιαδήποτε μελέτη σχετικά με συγκεκριμένες ανάγκες σε Εθελοντές Πενταετούς Υποχρέωσης και για το εάν έχουν μελετηθεί οι δυνατότητες της κυπριακής αγοράς εργασίας ως προς την κάλυψη των αναγκών σε επαγγελματικό στελεχιακό δυναμικό Εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης.
9. Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για τα έως τώρα συμπεράσματα της Επιτροπής για την ανασυγκρότηση και αναδιάρθρωση της Εθνικής Φρουράς σε σχέση με τη δυνατότητα μείωσης της στρατιωτικής θητείας στους 19 μήνες, για το εάν βρίσκονται σε αντίφαση με προηγούμενες σχετικές μελέτες και τοποθετήσεις εκ μέρους του ΓΕΕΦ και για το εάν έχουν εντοπιστεί οποιεσδήποτε συγκεκριμένες δυσκολίες ως προς την προοπτική μείωσης της στρατιωτικής θητείας που να επηρεάζουν τη λειτουργικότητα και την επιχειρησιακή ετοιμότητα της Εθνικής Φρουράς.
10. Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για τους λόγους της ουσιαστικής μείωσης του αριθμού των Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών της σειράς κατάταξης 2008Β ΕΣΣΟ και για τη σχέση της μείωσης με τη διαδικασία της ανασυγκρότησης και αναδιάρθρωσης της Εθνικής Φρουράς.
11. Παρακαλείται ο αρμόδιος υπουργός να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για το περιεχόμενο της απόφασης για μετακίνηση της Αεροπορικής Βάσης της Λακατάμιας, για τα κριτήρια που λήφθηκαν υπόψη για τη μετακίνησή της και για τους λόγους που οδήγησαν σε αλλαγή της προηγούμενης θέσης του ΓΕΕΦ σύμφωνα με την οποία η μετακίνηση δεν κρινόταν ως υλοποιήσιμη.
3/7/08
Συνθήκη της Λισαβόνας
[Ομιλία στη Βουλή των Αντιπροσώπων στα πλαίσια της συζήτησης για το νομοσχέδιο που αφορά την κύρωση της Συνθήκης της Λισαβόνας.]
Το σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο πολιτικό περιβάλλον καθιστά απαραίτητη τη θέσπιση και την ενίσχυση συνεργασιών και συμμαχιών μεταξύ των πολιτών, διαμέσου των εκλεγμένων κυβερνήσεων των χωρών τους. Οι σημερινές ανάγκες κρατών και πολιτών δεν μπορούν να βρουν ικανοποιητικές απαντήσεις μόνο μέσα στα περιορισμένα εθνικά σύνορα αλλά επιβάλλουν την αναζήτηση κοινών πολιτικών που μέσω συγκεκριμένων πρωτοβουλιών και δράσεων μπορούν να δώσουν υπόσταση στις προσδοκίες της ευρύτερης κοινωνίας. Τα κράτη που συναποτελούν την Ευρωπαϊκή Ένωση εκφράζουν τη βούληση των πολιτών της Ευρώπης για όδευση προς ένα κοινό μέλλον ασφάλειας και ευημερίας το οποίο περνά μέσα από την προοπτική της διαρκούς ενίσχυσης και αναβάθμισης των λειτουργιών της Ένωσης. Το ευρωπαϊκό ενοποιητικό εγχείρημα δεν αποτελεί χωροταξική, γεωγραφική, οικονομική ή άλλως πώς αποσπασματική επιδίωξη. Συνοψίζει ένα υπόβαθρο κοινών αξιών, αρχών και πεποιθήσεων που συναποτελεί την ενιαία «ευρωπαϊκή ταυτότητα». Η έκταση του χώρου έκφρασης αυτής της «ταυτότητας» καθορίζεται από τις πολιτικές ρυθμίσεις που συμφωνούν τα κράτη μέλη και το εύρος που του παρέχεται είναι αντίστοιχο με τη βούληση για προοδευτική υλοποίηση της ενοποίησης.
Η Μεταρρυθμιστική Συνθήκη που έχουμε ενώπιων μας είναι ένα ακόμη βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, αποσκοπώντας σε μία δημοκρατικότερη, διαφανέστερη και αποτελεσματικότερη Ευρωπαϊκή Ένωση που να πρεσβεύει και να εργάζεται για τις αρχές και τις αξίες στις οποίες εδράζεται, για την αλληλεγγύη των λαών και την ασφάλεια, μέσα από την ισχυρή διεθνή παρουσία της. Ιδιαίτερη είναι η σημασία που δίνεται στην Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) καθώς αποτελεί το κεφάλαιο μέσα από το οποίο θα διαφανεί η πραγματική προοπτική αναβάθμισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ένα υπολογίσιμο και ευέλικτο παράγοντα της διεθνούς πολιτικής πραγματικότητας με δυνατότητες ανάληψης δράσης που να ενισχύουν τη διεθνή ειρήνη και να εμπεδώνουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.
Ωστόσο, η Συνθήκη ως προϊόν διαβούλευσης και συμβιβασμού, δεν μπορεί να ικανοποιεί σε απόλυτο βαθμό το σύνολο των επιδιώξεων ή των στόχων κανενός, αλλά η διάθεση για συναίνεση είναι το συνεκτικό στοιχείο που διαχρονικά αποτέλεσε την κινητήριο δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενώ τα κατά καιρούς σχετικά ελλείμματα οδήγησαν σε απογοητευτικές καταστάσεις. Σήμερα, παρά το αρνητικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στην Ιρλανδία, η διαδικασία συνεχίζεται. Η κύρωση της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης αποτελεί πεδίο έκφρασης της διάθεσης των λαών, είτε άμεσα είτε δια των εκπροσώπων τους, και όλες οι τοποθετήσεις πρέπει να προσεγγίζονται με τον απαραίτητο σεβασμό. Ιδιαίτερα εμείς ως Κύπριοι πολίτες που βιώσαμε στο πρόσφατο παρελθόν τις πιέσεις του διεθνούς παράγοντα για την τοποθέτησή μας σε ένα θέμα που αφορούσε το εθνικό μας μέλλον, έχουμε καθήκον να κατανοούμε την εκφρασθείσα λαϊκή βούληση χωρίς να υποτιμούμε και χωρίς να αμφισβητούμε το κριτήριο των πολιτών που επέλεξαν να καταψηφίσουν τη Συνθήκη.
Θεωρούμε ότι η Μεταρρυθμιστική Συνθήκη προσαρμόζει την Ευρωπαϊκή Ένωση στις πολιτικές και λειτουργικές ανάγκες που αναφύονται μέσα από τις σημερινές πραγματικότητες. Πολλές από τις πρόνοιες της Συνθήκης αποτελούσαν διαχρονικά σημεία αδυναμίας που περιόριζαν την Ένωση από την εκπλήρωση της προοπτικής της και που σήμερα φαίνεται να βρίσκουν αποτελεσματικές λύσεις. Η κυριότερη ίσως αλλαγή αφορά τον περιορισμό των δημοκρατικών ελλειμμάτων προσδίδοντας αναβαθμισμένο ρόλο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που επιφορτίζεται με επιπλέον αρμοδιότητες σε σχέση με τη νομοθεσία, τον προϋπολογισμό και τη σύναψη διεθνών συμφωνιών. Η παράλληλη αναβάθμιση του ρόλου των Εθνικών Κοινοβουλίων στις κοινοτικές λειτουργίες και η θεσμοθέτηση της σχέσης τους με το Ευρωκοινοβούλιο δίνει το στίγμα της πρόθεσης για ενίσχυση των αντιπροσωπευτικών δομών ώστε να καταστεί η Ένωση πραγματικός και πολυεπίπεδος φορέας συνεργασίας των πολιτών και των κυβερνήσεων. Επιπλέον, η πρόνοια για ανάληψη πρωτοβουλιών από πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δίνει διεξόδους και εναλλακτικές λύσεις μεταφέροντας τη λειτουργία της δημοκρατίας σε μία διαρκή κατάσταση.
Παράλληλα, ήταν απαραίτητη η σαφής θεσμοθέτηση του πλαισίου αρχών εντός του οποίου αναπτύσσεται η Ευρωπαϊκή Ένωση ώστε ο προσανατολισμός της να είναι οριοθετημένος. Σύμφωνα με τη Μεταρρυθμιστική Συνθήκη ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων αποκτά δεσμευτικό χαρακτήρα αφού ενσωματώνεται στο ευρωπαϊκό πρωτογενές δίκαιο. Πρόκειται για μία ιδιαιτέρως σημαντική εξέλιξη εφόσον έτσι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και τα Κράτη Μέλη οφείλουν να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα όταν θεσπίζουν και εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο. Οι αρχές και οι αξίες που διέπουν τη λειτουργία της Ένωσης δεν είναι απλώς προς αποδοχή από τα ενδιαφερόμενα για ένταξη κράτη αλλά είναι απαραίτητη η έμπρακτη τήρηση και εφαρμογή τους. Αναμένουμε ότι η πρακτική σημασία του ενισχυμένου πλαισίου αρχών της Ευρώπης θα καταγραφεί στο άμεσο μέλλον, όπου οι προς ένταξη χώρες δεν θα έχουν την πολυτέλεια χειρισμών αντίστοιχων με αυτούς της Τουρκίας κατά τη μη επικύρωση του Πρωτοκόλλου της Άγκυρας. Επιπλέον, οι ρητές αναφορές στην αρχή της δημοκρατίας, στο κράτος δικαίου, στο σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στη σημασία της κοινωνικής δικαιοσύνης και της πλήρους απασχόλησης εναρμονίζουν τις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα θέματα που απασχολούν τους Ευρωπαίους πολίτες. Η εναρμόνιση στόχων και επιδιώξεων είναι το στοιχείο που μπορεί να επανασυνδέσει τους πολίτες με την πολιτική, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο αφού η διάσταση είναι πάντοτε ανάλογη με την αποστασιοποίηση που δυστυχώς τα τελευταία χρόνια αυξάνεται γεωμετρικά.
Επιπρόσθετα η διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 κρατών μελών όφειλε να εξεύρει ευέλικτες μεθόδους αποδοτικής συνεργασίας ώστε να μην μετατραπεί σε ένα χαλαρό σχηματισμό με εύθραυστη λειτουργικότητα. Η επέκταση της ρύθμισης για ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία σε νέους τομείς πολιτικής στη βάση της διττής πλειοψηφίας – κρατών μελών και πληθυσμού – αποδεσμεύει την Ένωση από το διαρκώς επικρεμάμενο κίνδυνο του βέτο σε μία σειρά από θέματα. Η θεσμοθέτηση του αξιώματος του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και η υιοθέτηση του θεσμού του Ύπατου Εκπρόσωπου για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας ενισχύουν την ενιαία εικόνα και συμβάλουν στην αποτελεσματικότητα της Ένωσης. Η ευελιξία και η αποτελεσματικότητα αποκτούν νέα πεδία με την επέκταση και αναβάθμιση των τομέων δράσης σε θέματα της καθημερινότητας των Ευρωπαίων πολιτών όπως η ενέργεια, η δημόσια υγεία, οι κλιματολογικές αλλαγές, το εμπόριο, η εγκληματικότητα αλλά και η ανθρωπιστική βοήθεια, η ασφάλεια και η καταπολέμηση της τρομοκρατίας.
Μέσα από αυτά προκύπτει η ανάγκη για μια ισχυρή φωνή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και στον τομέα της ασφάλειας, όπου η Μεταρρυθμιστική Συνθήκη φαίνεται να δίνει ικανοποιητικές απαντήσεις. Για την προώθηση της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας της Ένωσης είναι απαραίτητη η καθιέρωση της μόνιμης Προεδρίας στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων μέσω του θεσμού του Ύπατου Εκπροσώπου ο οποίος θα επικουρείται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης. Η διαδικασία της εκλογής του Ύπατου Εκπροσώπου στην οποία θα συμμετέχουν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, δηλ. τα Κράτη Μέλη, και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτελεί μια συμμετοχική διαδικασία που καθορίζει τα χαρακτηριστικά τόσο του προσώπου όσο και της πρακτικής που θα ακολουθήσει.
Η αναβάθμιση της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας είναι μία αναγκαιότητα που υπογραμμίζεται από την εμπειρία του παρελθόντος. Η δυστοκία και τα αδιέξοδα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων το 2003 για το θέμα του Ιράκ κατέδειξε τη σχετική ανάγκη ενώ κατά την πρόσφατη κρίση του Λιβάνου διαφάνηκε η σημαντικότητα του ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Το σημερινό παγκόσμιο ισοζύγιο δυνάμεων επιβάλει την παρουσία της Ένωσης όχι ως παγκόσμιου χωροφύλακα ή συν-χωροφύλακα, ούτε ως αντίπαλου δέους της υπερατλαντικής υπερδύναμης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιβάλλεται να λειτουργήσει στα πλαίσια της «ήπιας ισχύος» που μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά θετικά στην αντιμετώπιση και στην επίλυση ευαίσθητων διεθνών ζητημάτων. Η κοινή πολιτική μπορεί να λαμβάνει σειρά μορφών που να εκτείνεται από τους γενικούς προσανατολισμούς και τις κοινές στρατηγικές μέχρι τις κοινές θέσεις και τις κοινές δράσεις. Ήδη, στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας, η Κυπριακή Δημοκρατία συνεισφέρει στους Τακτικούς Σχηματισμούς Μάχης της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε συνεργασία με άλλες χώρες ενώ έχει συμμετάσχει σε σειρά αποστολών όπως στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, στο Σουδάν και στη FYROM. Συμμετέχει δε στην αποστολή στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη, καθώς και σε εκείνη στη Μολδαβία – Ουκρανία. Επιπρόσθετα, συμμετέχει στο επιχειρησιακό στρατηγείο της αποστολής στο Τσαντ.
Σύμφωνα με τη Μεταρρυθμιστική Συνθήκη, η Ευρωπαϊκή Ένωση καθορίζει και εφαρμόζει κοινές πολιτικές και δράσεις με στόχο «τη διατήρηση της ειρήνης, την πρόληψη των συγκρούσεων και την ενίσχυση της διεθνούς ασφάλειας, σύμφωνα με τους στόχους και τις αρχές του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και σύμφωνα με τις αρχές της τελικής πράξης του Ελσίνκι και τους στόχους του Χάρτη του Παρισιού, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούν τα εξωτερικά σύνορα» (Άρθρο 21.2.γ.). Η συγκεκριμένη σαφής αναφορά σχετικά με την εξωτερική δράση της Ένωσης καθορίζει το πλαίσιο εντός του οποίου θα κινηθεί και το χαρακτήρα που θα λάβει. Στη συνέχεια καθορίζεται με μεγαλύτερη λεπτομέρεια η αποστολή της Ένωσης όπου αναφέρεται ότι «η αρμοδιότητα της Ένωσης στο πεδίο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας καλύπτει όλους τους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και το σύνολο των ζητημάτων που αφορούν την ασφάλεια της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του προοδευτικού καθορισμού κοινής αμυντικής πολιτικής, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε κοινή άμυνα» (Άρθρο 24, πρώην Άρθρο 11). Η αναφορά σε «προοδευτικό καθορισμό κοινής αμυντικής πολιτικής» είναι ένα σημείο για το οποίο έλαβε χώρα εκτενής συζήτηση αφού θεωρήθηκε ότι ενδεχομένως να προκαταλαμβάνει μελλοντικές αποφάσεις των οργάνων της Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν πρόκειται βεβαίως να μετατραπεί σε στρατιωτική συμμαχία, αλλά εμείς θεωρούμε ότι με το συγκεκριμένο άρθρο, η Συνθήκη θέτει το μεσομακροπρόθεσμο στόχο σε αυτό τον τομέα, τον οποίο και επιδιώκουμε. Επιπλέον η προοπτική ενεργοποίησης της Ρήτρας Αλληλεγγύης που προνοεί την κινητοποίηση μέσων για την παροχή ενεργού βοήθειας σε κράτη μέλη μετά από αίτηση των πολιτικών τους αρχών σε περίπτωση που κράτος μέλος δεχθεί τρομοκρατική επίθεση ή πληγεί από φυσική ή ανθρωπογενή καταστροφή, θέτει τις βάσεις για πρακτικές απόπειρες ελέγχου των δυνατοτήτων αυτής της προοπτικής.
Ως Δημοκρατικό Κόμμα υποστηρίζουμε την έγκριση του Νομοσχεδίου που αφορά την κύρωση της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης. Θεωρούμε ότι η Συνθήκη αποτελεί μία θετική εξέλιξη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για τα κράτη μέλη και κυρίως για τους πολίτες των κρατών μελών. Θεωρούμε ακόμη ότι αποτελεί ευρύτερη θετική εξέλιξη αφού η υγιής ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσα στο σωστό πλαίσιο έχει να προσφέρει πολλά τόσο στην Ευρώπη όσο και στον κόσμο.
Το σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο πολιτικό περιβάλλον καθιστά απαραίτητη τη θέσπιση και την ενίσχυση συνεργασιών και συμμαχιών μεταξύ των πολιτών, διαμέσου των εκλεγμένων κυβερνήσεων των χωρών τους. Οι σημερινές ανάγκες κρατών και πολιτών δεν μπορούν να βρουν ικανοποιητικές απαντήσεις μόνο μέσα στα περιορισμένα εθνικά σύνορα αλλά επιβάλλουν την αναζήτηση κοινών πολιτικών που μέσω συγκεκριμένων πρωτοβουλιών και δράσεων μπορούν να δώσουν υπόσταση στις προσδοκίες της ευρύτερης κοινωνίας. Τα κράτη που συναποτελούν την Ευρωπαϊκή Ένωση εκφράζουν τη βούληση των πολιτών της Ευρώπης για όδευση προς ένα κοινό μέλλον ασφάλειας και ευημερίας το οποίο περνά μέσα από την προοπτική της διαρκούς ενίσχυσης και αναβάθμισης των λειτουργιών της Ένωσης. Το ευρωπαϊκό ενοποιητικό εγχείρημα δεν αποτελεί χωροταξική, γεωγραφική, οικονομική ή άλλως πώς αποσπασματική επιδίωξη. Συνοψίζει ένα υπόβαθρο κοινών αξιών, αρχών και πεποιθήσεων που συναποτελεί την ενιαία «ευρωπαϊκή ταυτότητα». Η έκταση του χώρου έκφρασης αυτής της «ταυτότητας» καθορίζεται από τις πολιτικές ρυθμίσεις που συμφωνούν τα κράτη μέλη και το εύρος που του παρέχεται είναι αντίστοιχο με τη βούληση για προοδευτική υλοποίηση της ενοποίησης.
Η Μεταρρυθμιστική Συνθήκη που έχουμε ενώπιων μας είναι ένα ακόμη βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, αποσκοπώντας σε μία δημοκρατικότερη, διαφανέστερη και αποτελεσματικότερη Ευρωπαϊκή Ένωση που να πρεσβεύει και να εργάζεται για τις αρχές και τις αξίες στις οποίες εδράζεται, για την αλληλεγγύη των λαών και την ασφάλεια, μέσα από την ισχυρή διεθνή παρουσία της. Ιδιαίτερη είναι η σημασία που δίνεται στην Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) καθώς αποτελεί το κεφάλαιο μέσα από το οποίο θα διαφανεί η πραγματική προοπτική αναβάθμισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ένα υπολογίσιμο και ευέλικτο παράγοντα της διεθνούς πολιτικής πραγματικότητας με δυνατότητες ανάληψης δράσης που να ενισχύουν τη διεθνή ειρήνη και να εμπεδώνουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.
Ωστόσο, η Συνθήκη ως προϊόν διαβούλευσης και συμβιβασμού, δεν μπορεί να ικανοποιεί σε απόλυτο βαθμό το σύνολο των επιδιώξεων ή των στόχων κανενός, αλλά η διάθεση για συναίνεση είναι το συνεκτικό στοιχείο που διαχρονικά αποτέλεσε την κινητήριο δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενώ τα κατά καιρούς σχετικά ελλείμματα οδήγησαν σε απογοητευτικές καταστάσεις. Σήμερα, παρά το αρνητικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στην Ιρλανδία, η διαδικασία συνεχίζεται. Η κύρωση της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης αποτελεί πεδίο έκφρασης της διάθεσης των λαών, είτε άμεσα είτε δια των εκπροσώπων τους, και όλες οι τοποθετήσεις πρέπει να προσεγγίζονται με τον απαραίτητο σεβασμό. Ιδιαίτερα εμείς ως Κύπριοι πολίτες που βιώσαμε στο πρόσφατο παρελθόν τις πιέσεις του διεθνούς παράγοντα για την τοποθέτησή μας σε ένα θέμα που αφορούσε το εθνικό μας μέλλον, έχουμε καθήκον να κατανοούμε την εκφρασθείσα λαϊκή βούληση χωρίς να υποτιμούμε και χωρίς να αμφισβητούμε το κριτήριο των πολιτών που επέλεξαν να καταψηφίσουν τη Συνθήκη.
Θεωρούμε ότι η Μεταρρυθμιστική Συνθήκη προσαρμόζει την Ευρωπαϊκή Ένωση στις πολιτικές και λειτουργικές ανάγκες που αναφύονται μέσα από τις σημερινές πραγματικότητες. Πολλές από τις πρόνοιες της Συνθήκης αποτελούσαν διαχρονικά σημεία αδυναμίας που περιόριζαν την Ένωση από την εκπλήρωση της προοπτικής της και που σήμερα φαίνεται να βρίσκουν αποτελεσματικές λύσεις. Η κυριότερη ίσως αλλαγή αφορά τον περιορισμό των δημοκρατικών ελλειμμάτων προσδίδοντας αναβαθμισμένο ρόλο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που επιφορτίζεται με επιπλέον αρμοδιότητες σε σχέση με τη νομοθεσία, τον προϋπολογισμό και τη σύναψη διεθνών συμφωνιών. Η παράλληλη αναβάθμιση του ρόλου των Εθνικών Κοινοβουλίων στις κοινοτικές λειτουργίες και η θεσμοθέτηση της σχέσης τους με το Ευρωκοινοβούλιο δίνει το στίγμα της πρόθεσης για ενίσχυση των αντιπροσωπευτικών δομών ώστε να καταστεί η Ένωση πραγματικός και πολυεπίπεδος φορέας συνεργασίας των πολιτών και των κυβερνήσεων. Επιπλέον, η πρόνοια για ανάληψη πρωτοβουλιών από πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δίνει διεξόδους και εναλλακτικές λύσεις μεταφέροντας τη λειτουργία της δημοκρατίας σε μία διαρκή κατάσταση.
Παράλληλα, ήταν απαραίτητη η σαφής θεσμοθέτηση του πλαισίου αρχών εντός του οποίου αναπτύσσεται η Ευρωπαϊκή Ένωση ώστε ο προσανατολισμός της να είναι οριοθετημένος. Σύμφωνα με τη Μεταρρυθμιστική Συνθήκη ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων αποκτά δεσμευτικό χαρακτήρα αφού ενσωματώνεται στο ευρωπαϊκό πρωτογενές δίκαιο. Πρόκειται για μία ιδιαιτέρως σημαντική εξέλιξη εφόσον έτσι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και τα Κράτη Μέλη οφείλουν να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα όταν θεσπίζουν και εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο. Οι αρχές και οι αξίες που διέπουν τη λειτουργία της Ένωσης δεν είναι απλώς προς αποδοχή από τα ενδιαφερόμενα για ένταξη κράτη αλλά είναι απαραίτητη η έμπρακτη τήρηση και εφαρμογή τους. Αναμένουμε ότι η πρακτική σημασία του ενισχυμένου πλαισίου αρχών της Ευρώπης θα καταγραφεί στο άμεσο μέλλον, όπου οι προς ένταξη χώρες δεν θα έχουν την πολυτέλεια χειρισμών αντίστοιχων με αυτούς της Τουρκίας κατά τη μη επικύρωση του Πρωτοκόλλου της Άγκυρας. Επιπλέον, οι ρητές αναφορές στην αρχή της δημοκρατίας, στο κράτος δικαίου, στο σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στη σημασία της κοινωνικής δικαιοσύνης και της πλήρους απασχόλησης εναρμονίζουν τις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα θέματα που απασχολούν τους Ευρωπαίους πολίτες. Η εναρμόνιση στόχων και επιδιώξεων είναι το στοιχείο που μπορεί να επανασυνδέσει τους πολίτες με την πολιτική, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο αφού η διάσταση είναι πάντοτε ανάλογη με την αποστασιοποίηση που δυστυχώς τα τελευταία χρόνια αυξάνεται γεωμετρικά.
Επιπρόσθετα η διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 κρατών μελών όφειλε να εξεύρει ευέλικτες μεθόδους αποδοτικής συνεργασίας ώστε να μην μετατραπεί σε ένα χαλαρό σχηματισμό με εύθραυστη λειτουργικότητα. Η επέκταση της ρύθμισης για ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία σε νέους τομείς πολιτικής στη βάση της διττής πλειοψηφίας – κρατών μελών και πληθυσμού – αποδεσμεύει την Ένωση από το διαρκώς επικρεμάμενο κίνδυνο του βέτο σε μία σειρά από θέματα. Η θεσμοθέτηση του αξιώματος του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και η υιοθέτηση του θεσμού του Ύπατου Εκπρόσωπου για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας ενισχύουν την ενιαία εικόνα και συμβάλουν στην αποτελεσματικότητα της Ένωσης. Η ευελιξία και η αποτελεσματικότητα αποκτούν νέα πεδία με την επέκταση και αναβάθμιση των τομέων δράσης σε θέματα της καθημερινότητας των Ευρωπαίων πολιτών όπως η ενέργεια, η δημόσια υγεία, οι κλιματολογικές αλλαγές, το εμπόριο, η εγκληματικότητα αλλά και η ανθρωπιστική βοήθεια, η ασφάλεια και η καταπολέμηση της τρομοκρατίας.
Μέσα από αυτά προκύπτει η ανάγκη για μια ισχυρή φωνή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και στον τομέα της ασφάλειας, όπου η Μεταρρυθμιστική Συνθήκη φαίνεται να δίνει ικανοποιητικές απαντήσεις. Για την προώθηση της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας της Ένωσης είναι απαραίτητη η καθιέρωση της μόνιμης Προεδρίας στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων μέσω του θεσμού του Ύπατου Εκπροσώπου ο οποίος θα επικουρείται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης. Η διαδικασία της εκλογής του Ύπατου Εκπροσώπου στην οποία θα συμμετέχουν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, δηλ. τα Κράτη Μέλη, και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτελεί μια συμμετοχική διαδικασία που καθορίζει τα χαρακτηριστικά τόσο του προσώπου όσο και της πρακτικής που θα ακολουθήσει.
Η αναβάθμιση της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας είναι μία αναγκαιότητα που υπογραμμίζεται από την εμπειρία του παρελθόντος. Η δυστοκία και τα αδιέξοδα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων το 2003 για το θέμα του Ιράκ κατέδειξε τη σχετική ανάγκη ενώ κατά την πρόσφατη κρίση του Λιβάνου διαφάνηκε η σημαντικότητα του ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Το σημερινό παγκόσμιο ισοζύγιο δυνάμεων επιβάλει την παρουσία της Ένωσης όχι ως παγκόσμιου χωροφύλακα ή συν-χωροφύλακα, ούτε ως αντίπαλου δέους της υπερατλαντικής υπερδύναμης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιβάλλεται να λειτουργήσει στα πλαίσια της «ήπιας ισχύος» που μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά θετικά στην αντιμετώπιση και στην επίλυση ευαίσθητων διεθνών ζητημάτων. Η κοινή πολιτική μπορεί να λαμβάνει σειρά μορφών που να εκτείνεται από τους γενικούς προσανατολισμούς και τις κοινές στρατηγικές μέχρι τις κοινές θέσεις και τις κοινές δράσεις. Ήδη, στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας, η Κυπριακή Δημοκρατία συνεισφέρει στους Τακτικούς Σχηματισμούς Μάχης της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε συνεργασία με άλλες χώρες ενώ έχει συμμετάσχει σε σειρά αποστολών όπως στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, στο Σουδάν και στη FYROM. Συμμετέχει δε στην αποστολή στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη, καθώς και σε εκείνη στη Μολδαβία – Ουκρανία. Επιπρόσθετα, συμμετέχει στο επιχειρησιακό στρατηγείο της αποστολής στο Τσαντ.
Σύμφωνα με τη Μεταρρυθμιστική Συνθήκη, η Ευρωπαϊκή Ένωση καθορίζει και εφαρμόζει κοινές πολιτικές και δράσεις με στόχο «τη διατήρηση της ειρήνης, την πρόληψη των συγκρούσεων και την ενίσχυση της διεθνούς ασφάλειας, σύμφωνα με τους στόχους και τις αρχές του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και σύμφωνα με τις αρχές της τελικής πράξης του Ελσίνκι και τους στόχους του Χάρτη του Παρισιού, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούν τα εξωτερικά σύνορα» (Άρθρο 21.2.γ.). Η συγκεκριμένη σαφής αναφορά σχετικά με την εξωτερική δράση της Ένωσης καθορίζει το πλαίσιο εντός του οποίου θα κινηθεί και το χαρακτήρα που θα λάβει. Στη συνέχεια καθορίζεται με μεγαλύτερη λεπτομέρεια η αποστολή της Ένωσης όπου αναφέρεται ότι «η αρμοδιότητα της Ένωσης στο πεδίο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας καλύπτει όλους τους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και το σύνολο των ζητημάτων που αφορούν την ασφάλεια της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του προοδευτικού καθορισμού κοινής αμυντικής πολιτικής, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε κοινή άμυνα» (Άρθρο 24, πρώην Άρθρο 11). Η αναφορά σε «προοδευτικό καθορισμό κοινής αμυντικής πολιτικής» είναι ένα σημείο για το οποίο έλαβε χώρα εκτενής συζήτηση αφού θεωρήθηκε ότι ενδεχομένως να προκαταλαμβάνει μελλοντικές αποφάσεις των οργάνων της Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν πρόκειται βεβαίως να μετατραπεί σε στρατιωτική συμμαχία, αλλά εμείς θεωρούμε ότι με το συγκεκριμένο άρθρο, η Συνθήκη θέτει το μεσομακροπρόθεσμο στόχο σε αυτό τον τομέα, τον οποίο και επιδιώκουμε. Επιπλέον η προοπτική ενεργοποίησης της Ρήτρας Αλληλεγγύης που προνοεί την κινητοποίηση μέσων για την παροχή ενεργού βοήθειας σε κράτη μέλη μετά από αίτηση των πολιτικών τους αρχών σε περίπτωση που κράτος μέλος δεχθεί τρομοκρατική επίθεση ή πληγεί από φυσική ή ανθρωπογενή καταστροφή, θέτει τις βάσεις για πρακτικές απόπειρες ελέγχου των δυνατοτήτων αυτής της προοπτικής.
Ως Δημοκρατικό Κόμμα υποστηρίζουμε την έγκριση του Νομοσχεδίου που αφορά την κύρωση της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης. Θεωρούμε ότι η Συνθήκη αποτελεί μία θετική εξέλιξη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για τα κράτη μέλη και κυρίως για τους πολίτες των κρατών μελών. Θεωρούμε ακόμη ότι αποτελεί ευρύτερη θετική εξέλιξη αφού η υγιής ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσα στο σωστό πλαίσιο έχει να προσφέρει πολλά τόσο στην Ευρώπη όσο και στον κόσμο.
Ετικέτες
Ευρωπαϊκή Ένωση,
Κοινοβουλευτική Δράση
16/12/07
Ομιλία στα πλαίσια της συζήτησης για τον Κρατικό Προϋπολογισμό του έτους 2008
Κύριε Πρόεδρε,
Έντιμοι Υπουργοί,
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Ο Προϋπολογισμός που έχουμε ενώπιόν μας ως ο πέμπτος που κατατίθεται από την Κυβέρνηση του Τάσσου Παπαδόπουλου, πρέπει να κριθεί με τα υψηλότερα ποιοτικά κριτήρια. Μετά από ένα ουσιαστικό διάστημα διακυβέρνησης, κάθε Κυβέρνηση κρίνεται για το εάν διαθέτει τα πολιτικά αποθέματα και τις δημιουργικές δυνατότητες που να της επιτρέπουν να οικοδομήσει την πολιτεία που οραματίζονται όσοι τη συναποτελούν. Κρίνεται κατά πόσον δημιούργησε τις προϋποθέσεις για αισιόδοξο βλέμμα προς το μέλλον με οικονομικό προγραμματισμό που να γεννά ελπίδα για τους πολίτες του σήμερα και για τις γενιές του αύριο. Και αυτή η Κυβέρνηση, μέσα στην πενταετία που διανύσαμε μπόρεσε να ξανακαταστήσει εύφορη την καμένη γη που παρέλαβε. Μπόρεσε να μετατρέψει σε καρποφόρα μία περιοχή που κατέστη άγονη από την αλόγιστη εκμετάλλευση, από το απρογραμμάτιστο ξόδεμα και από την ανικανότητα διαχείρισης των τέως κυβερνώντων.
Η Κυβέρνηση του Τάσσου Παπαδόπουλου, η Κυβέρνηση της Αλλαγής, κλήθηκε από τον Κυπριακό λαό να αναλάβει το πηδάλιο της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ώρες δύσκολες για τον τόπο, τόσο σε σχέση με την Εθνική μας Υπόθεση όσο και σε σχέση με την εσωτερική διακυβέρνηση. Η απαλλαγή από την Κυβέρνηση του Συναγερμού κρίθηκε από τον Κυπριακό Λαό απαραίτητη κυρίως λόγω της απαίτησης της κοινωνίας για φυγή προς τα εμπρός. Η Κυβέρνηση του Τάσσου Παπαδόπουλου ήταν γέννημα των καιρών και θρέμμα της ανάγκης για επανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς την πολιτεία τους. Και θέτοντας αυτή την ανάγκη ως πρωταρχικό στόχο ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της.
Σήμερα δεν κρίνεται μόνο ο Προϋπολογισμός που κατατίθεται από την Κυβέρνηση αλλά κρίνεται παράλληλα και η συνολική οικονομική πολιτική που εφαρμόστηκε την τελευταία πενταετία δίνοντας τη δυνατότητα για ανόρθωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας. Κρίνεται η πορεία η οποία οδήγησε την Κυπριακή Δημοκρατία στο σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στη Ζώνη του Ευρώ. Κρίνεται η ασφαλής πορεία προς την αξιοπιστία του κράτους έναντι του πολίτη. Κρίνεται η ικανότητα διοίκησης της Κυπριακής Δημοκρατίας που ως προϊόν των διαχρονικών θυσιών του Κυπριακού Λαού πρέπει μόνο να προοδεύει, να ευημερεί και να βελτιώνεται.
Ο σωστός πολιτικοοικονομικός προγραμματισμός της Κυβέρνησης εκφράζεται μέσω της συνεπούς οικοδόμησης του κρατικού προϋπολογισμού στη βάση του Αναθεωρημένου Προγράμματος Σύγκλισης 2006 – 2010, του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και του Εθνικού Μεταρρυθμιστικού Προγράμματος για τη Στρατηγική της Λισσαβόνας. Η τήρηση των στόχων που τίθενται ως προτεραιότητες για επίτευξη των δημοσιονομικών επιδιώξεων είναι μία προσπάθεια για την οποία απαιτείται διαρκής στοχοπροσήλωση αλλά και πολιτική βούληση με γνώμονα το μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο εθνικό συμφέρον. Και ο συνεπής οικονομικός προγραμματισμός χωρίς ξεσπάσματα και παρασπονδίες είναι η μοναδική οδός για ώριμη διαχείριση των οικονομικών του Λαού και των γενεών που θα ακολουθήσουν.
Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, η Κυβέρνηση αξιοποιεί με κριτήρια πολιτικής ιεράρχησης και κοινωνικής ευαισθησίας τα περιθώρια ανακατανομής των δαπανών μεταξύ των Υπουργείων. Η αύξηση των δαπανών προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις δηλεί τις πολιτικές προτεραιότητες της Κυβέρνησης που εκτείνονται στους τομείς της Παιδείας, της Υγείας, της Κοινωνικής Προστασίας, της Οδικής Ασφάλειας και της Ενέργειας. Αυτοί οι πέντε κεντρικοί τομείς ενδιαφέροντος τονίζουν τον ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό του κυβερνητικού προγραμματισμού και τη διαρκή έγνοια για την προσωπική ευημερία των πολιτών. Η επένδυση στη βελτίωση της ποιότητας της καθημερινότητας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις προοπτικές ανάπτυξης του τομέα της Οικονομίας και της χώρας γενικότερα αφού ο κάθε πολίτης αποτελεί τόσο ατομικά όσο και σε συνεργασία με τους συμπολίτες του την κινητήριο δύναμη για την υγιή λειτουργία του Κράτους.
Το τρίπτυχο Σταθερότητα – Ανάπτυξη – Ευημερία συνοψίζει τη φιλοσοφία του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2008. Η οικονομική σταθερότητα καθιστά την Κύπρο περιβάλλον ανταγωνιστικής και ευέλικτης οικονομίας, με θετικό ρυθμό ανάπτυξης και προοπτικές ποιοτικής απασχόλησης για τους πολίτες. Η σταθερή ανάπτυξη είναι απαραίτητο εχέγγυο για την ευημερία των πολιτών και για την κοινωνική πρόοδο, ενώ παράλληλα συμβάλλει στην επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής κοινωνικής συνοχής.
Η μείωση του Δημοσιονομικού Ελλείμματος από το 6.4% στο 1.5%, η μείωση του Δημόσιου Χρέους από το 69.8% στο 65%, η αύξηση του Ρυθμού Ανάπτυξης από το 1.9% στο 4%, και η αύξηση του κατά κεφαλή εισοδήματος σε μονάδες αγοραστικής δύναμης στο 89% του ευρωπαϊκού μέσου όρου από το 75% του 2002, χωρίς να επιβληθεί ούτε μία νέα φορολογία, ούτε ένα επιπλέον βάρος στους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι επιτεύγματα για τα οποία τόσο εμείς ως στελέχη του ΔΗΚΟ όσο και όλοι μας πρέπει να είμαστε περήφανοι. Επιπλέον, η αύξηση των Κοινωνικών Δαπανών κατά 207% από το 2003, αντιπροσωπεύοντας το 16.5% του ΑΕΠ σε σχέση με 12.4% το 2002, η παροχή πακέτων στοχευμένων μέτρων ύψους πέραν των 250 εκ. ΛΚ, ο υπερδιπλασιασμός των δαπανών για την Παιδεία και το ότι από το 2008 δύο στους τρείς Κύπριους δεν θα πληρώνουν πλέον φόρο εισοδήματος, είναι απτές αποδείξεις για τη δυνατότητα συνύπαρξης της δημοσιονομικής εξυγίανσης με το κοινωνικό κράτος.
Ωστόσο, παρά την ουσιαστική αύξηση του συνόλου των κοινωνικών παροχών κατά 109% σε σχέση με το 2002, δηλαδή από 239 εκ. ΛΚ σε 500 εκ. ΛΚ, η μέριμνα για ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού δεν είναι μονοσήμαντη και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αναγνωστεί ως τέτοια. Η άνοδος του Βιοτικού Επιπέδου των πολιτών της Δημοκρατίας αφορά το σύνολο της κοινωνίας και αποτελεί το εισιτήριο για έξοδο από τη φτώχια για τα κατώτερα οικονομικά στρώματα. Επιπλέον, οι έμμεσου τύπου παροχές, όπως η επέκταση του αφορολόγητου εισοδήματος, ενισχύουν δομικά τις ασθενέστερες οικονομικά τάξεις και αυξάνουν τις οικονομικές τους δυνατότητες. Έτσι, παρά τη διαρκή αύξηση των κοινωνικών παροχών, όραμά μας είναι μία κοινωνία στην οποία οι πολίτες δεν θα έχουν την ανάγκη κανενός είδους παροχών, αλλά θα μπορούν να λειτουργήσουν αξιοπρεπώς με την αξιοποίηση των εισοδημάτων τους που θα τους παρέχουν τη δυνατότητα της άνετης συντήρησης και εξέλιξης.
Η υλοποίηση αυτού του οράματος επιτυγχάνεται μέσα από την παράλληλη προσέγγιση δύο πεδίων: της εκπλήρωσης των δημοσιονομικών στόχων και της επίτευξης της οικονομικής/κοινωνικής προόδου. Απλούστερα, μέσα από την ευημερία τόσο των αριθμών όσο και των ανθρώπων. Η κεντρώα φιλοσοφία της Κυβέρνησης και ιδιαίτερα του Υπουργείου Οικονομικών, δίνει τη δυνατότητα για επιτυχή ανταπόκριση σε αυτό το δύσκολο ζήτημα. Η προσέγγιση της Οικονομίας της χώρας χωρίς νεοφιλελεύθερες, αριστερίστικες ή άλλου τύπου αγκυλώσεις, προστατεύει αφενός από την αριθμολαγνεία και την υποδούλωση στο μεγάλο Κεφάλαιο και αφετέρου προφυλάσσει από λαϊκίστικες άλογες δαπάνες υπό φιλανθρωπικό προσωπείο. Η Κυβέρνηση του Τάσσου Παπαδόπουλου έχει αποδείξει ότι είναι ένας αξιόπιστος και υπεύθυνος διαχειριστής της Οικονομίας, με ιδεολογικό υπόβαθρο που καθιστά βίωμα την κοινωνική ευαισθησία και την έγνοια για ενίσχυση του κοινωνικού κράτους. Η κοινωνική δημοκρατία που ξεκινήσαμε να κτίζουμε είχε ως απαραίτητη προϋπόθεση το κατ’ αρχήν νοικοκύρεμα της οικονομίας μας. Και το καταφέραμε, και συνεχίζουμε, γιατί έχουμε ακόμη δρόμο να διανύσουμε, γιατί αποδείξαμε ότι μπορούμε.
Πέρα από αυτά όμως, επιθυμώ να αναφερθώ ιδιαιτέρως στον προγραμματισμό των δαπανών για την αμυντική μας θωράκιση. Ζώντας σε μία ημικατεχόμενη και υπό διαρκή απειλή πατρίδα, έχουμε καθήκον να συντηρούμε ένα αξιόμαχο στρατό που να λειτουργεί αποτρεπτικά για τα όποια επεκτατικά σχέδια εξυφαίνονται εις βάρος μας. Προτεραιότητα της Κυβέρνησης ήταν και είναι πάντοτε η διατήρηση ενός σύγχρονου, αξιόμαχου και ευέλικτου στρατού με υψηλό φρόνημα.
Οι τακτικές αμυντικές δαπάνες για το 2008 είναι αυξημένες κατά 5 εκ. ΛΚ σε σχέση με το 2007 για τον τομέα των αναπτυξιακών δαπανών, κατατάσσοντας την Κυπριακή Δημοκρατία ανάμεσα στις πρώτες χώρες του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας σε ποσοστό αμυντικών δαπανών επί του ΑΕΠ. Έμφαση δίνεται στην επένδυση επί του εμψύχου υλικού της Εθνικής Φρουράς, ώστε όσοι τη συναποτελούν να μπορούν να συνεισφέρουν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους.
Η διαφορά φιλοσοφίας που χαρακτηρίζει την πολιτική της Κυβέρνησης του Τάσσου Παπαδόπουλου στον τομέα των αμυντικών δαπανών σε σχέση με την προηγούμενη διακυβέρνηση είναι διαφορά ουσίας. Για μάς, η Άμυνα του τόπου είναι ένας τομέας ιερός που δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να μετατρέπεται σε θέατρο εξυπηρέτησης μικροκομματικών σκοπιμοτήτων και διπλωματικών πειραματισμών. Είναι ακόμη πρόσφατες οι μνήμες των πολιτών από την πυραυλολογία και τους παλικαρισμούς της Κυβέρνησης Κληρίδη που καταξόδεψε τα χρήματα των Κυπρίων για να παραγγείλει εκτοξευτήρες πυραύλων ως ντεκόρ για προεκλογικά σποτ που ουδέποτε παραλήφθηκαν και ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν. Η ηφαιστιολογία και η δημιουργία τεχνητών κρίσεων στο Κυπριακό με αντικείμενο τον ευαίσθητο τομέα της Άμυνας οδήγησε ασφαλώς σε εξελίξεις στο Εθνικό μας Θέμα οι οποίες όμως γέννησαν το Σχέδιο Ανάν. Και οι μαθητευόμενοι μάγοι που παρουσιάζονται σήμερα ως έμπειροι διπλωμάτες δεν τολμούν καν να αναλάβουν το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί, απαξιώντας να δώσουν απαντήσεις στον Κυπριακό Λαό.
Ωστόσο, αν το προεκλογικό πυροτέχνημα του 1998 κόστισε στο Λαό μας 300 εκ. ΛΚ, το προεκλογικό πυροτέχνημα του 2008, που αφορά τη μείωση της στρατιωτικής θητείας, είναι μικρότερου οικονομικού κόστους αλλά υψηλού εθνικού κινδύνου. Πρόκειται για ξαναζεσταμένο φαγητό το οποίο αναμασά ο Δημοκρατικός Συναγερμός και σε αυτή την εκλογική αναμέτρηση, διεκδικώντας μία χούφτα ψήφους, συμπαρασύροντας και το ΑΚΕΛ που ως ουραγός πλειοδοτεί επίσης για μείωση της στρατιωτικής θητείας, πλήττοντας καίρια το ηθικό των παιδιών της Εθνικής Φρουράς. Η ανάγκη περιφρούρησης της γραμμής αντιπαράταξης και επάνδρωσης των φυλακίων με αξιόμαχους εθνοφρουρούς υποτιμάται και τους μεταφέρεται το μήνυμα ότι η παρουσία τους δεν είναι απαραίτητη, λέγοντας ότι μπορούν να βγάζουν σκοπιά οι κάμερες, δημιουργώντας έτσι ρήγμα στην πειθαρχημένη άσκηση των καθηκόντων τους. Το καθ’ ύλην αρμόδιο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς απορρίπτει την πρόταση για μείωση της στρατιωτικής θητείας ως αναντίστοιχη με τις αμυντικές επιχειρησιακές ανάγκες της χώρας μας, αλλά ο υποψήφιος του ΔΗΣΥ επιμένει να μοιράζει υποσχέσεις για άμεση απόλυση των μισών εθνοφρουρών άμα τη εκλογή του αδιαφορώντας για τη γνώμη των ειδικών και παρουσιάζεται έτοιμος να μετατρέψει την Κύπρο σε ανοχύρωτη πολιτεία, έρμαιο στις ορέξεις του οποιουδήποτε, λαμβάνοντας υπόψη οικονομικούς αντί στρατιωτικούς όρους.
Παράλληλα, σημειώνεται ένα οξύμωρο σχήμα, που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Κατηγορείται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ότι θέλει λύση σε βάθος χρόνου και ότι αποτελεί εμπόδιο για την πρόοδο του διαλόγου με την άλλη πλευρά. Κατηγορείται ακόμη ότι εδραιώνει τη διχοτόμηση. Οι ίδιοι που τον κατηγορούν δηλώνουν ότι μπορούν να λύσουν το Κυπριακό σε μερικούς μήνες. Ταυτόχρονα όμως καταθέτουν δέσμευση για πρόσληψη χιλιάδων μονίμων στρατιωτικών στελεχών για να δημιουργήσουν ένα μόνιμο μισθοφορικό στρατό. Δημιουργείται μέσα από αυτά η εύλογη απορία: Αν η αντιπολίτευση συλλαμβάνεται να είναι ασυνεπής στις διακηρύξεις της φάσκοντας και αντιφάσκοντας αναλόγως θεματικής και ακροατηρίου, πώς θα είναι συνεπής ως Κυβέρνηση όταν εκτός από το να μιλά θα πρέπει κιόλας να πράττει;
Στον αντίποδα της εισήγησης για αποδυνάμωση και απονεύρωση της Εθνικής Φρουράς βρίσκεται η δική μας πρόταση που έγινε νόμος με στόχο την πάταξη του φαινομένου της φυγοστρατίας. Με την ψήφιση της νομοθεσίας για την εναλλακτική θητεία μειώθηκαν κατά 50% οι αιτήσεις για αναστολή λόγω επίκλησης ψυχολογικών προβλημάτων στη σειρά κατάταξης 2007Β ΕΣΣΟ. Δημιουργήσαμε ένα δίκαιο και λειτουργικό νομικό πλαίσιο με το οποίο οι έχοντες πραγματικά προβλήματα θα απαλλάσσονται της θητείας χωρίς να περιθωριοποιούνται, οι προφασιζόμενοι λόγους και αφορμές για αποφυγή της στράτευσης δεν θα ευεργετούνται και οι κανονικώς υπηρετούντες τη θητεία τους δεν θα θυματοποιούνται. Ειδοποιός διαφορά, λοιπόν, ανάμεσα στις δικές μας προτεραιότητες και τις διακηρύξεις της αντιπολίτευσης είναι το ότι εμείς θεωρούμε τους νέους μας άξιους και ικανούς, με διάθεση να υπηρετήσουν την πατρίδα τους όσο αυτή απειλείται, ενώ αυτοί θεωρούν ότι οι νέοι αναζητούν διαφυγή από την αγγαρεία της υπηρεσίας προς την πατρίδα και τις εύκολες διεξόδους από το καθήκον.
Κύριε Πρόεδρε,
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Στην οικοδόμηση του κυβερνητικού έργου της πενταετίας το Δημοκρατικό Κόμμα είχε ρόλο πρωταγωνιστικό. Στηρίξαμε την Κυβέρνηση, στελεχώσαμε την Κυβέρνηση και κρίναμε εποικοδομητικά την Κυβέρνηση. Αλλά σε αυτή την πορεία δεν ήμασταν μόνοι. Όλες οι δυνάμεις που στήριξαν την εκλογή του Τάσσου Παπαδόπουλου και ιδιαίτερα η ΕΔΕΚ και το ΑΚΕΛ εργάστηκαν σκληρά για την επίτευξη του μεγαλύτερου μέρους των Προγραμματικών Στόχων που θέσαμε το 2003. Ωστόσο σήμερα, κάποιοι από τους συνεργάτες μας επιλέγουν την εγκατάλειψη του μετώπου των Δημοκρατικών Δυνάμεων διαλέγοντας δρόμους μοναχικούς.
Είναι αυτονόητο ότι το δικαίωμα του κάθε πολιτικού σχηματισμού να διεκδικεί αυτόνομα την εξουσία εξυπακούεται. Είναι ακόμη αυτονόητο το δικαίωμα του κάθε κόμματος να επιλέγει τις συνεργασίες του με τα δικά του κριτήρια. Δεν κρίνεται σε καμία περίπτωση το δικαίωμα της επιλογής αυτό καθ’ εαυτό, αλλά αντικείμενο διαρκούς πολιτικής κριτικής είναι το διακύβευμα της όποιας επιλογής.
Η τριμερής συνεργασία ανάμεσα στο ΔΗΚΟ, το ΑΚΕΛ και την ΕΔΕΚ δεν ήταν σε καμία περίπτωση απλώς μία συμφωνία των ηγεσιών των τριών κομμάτων, ούτε ο χώρος υλοποίησής της περιορίστηκε στη συνεννόηση των συμμετεχόντων στο Υπουργικό Συμβούλιο. Δεν ήταν ένας εκλογικός μηχανισμός φτιαγμένος για να κερδίζει εκλογές, ούτε πλατφόρμα για να ανεβάζει σε θέσεις και αξιώματα κομματικά στελέχη. Η συνεργασία των τριών δυνάμεων ήταν απαίτηση της πλειοψηφίας των πολιτών και λειτούργησε σε πολλαπλά επίπεδα της κοινωνίας, όπου υπήρχε έντονη η διάθεση για Αλλαγή και απαλλαγή από συντηρητικές νοοτροπίες του παρελθόντος.
Τα αποτελέσματα της συνεργασίας των δυνάμεων της Αλλαγής είναι ορατά στην κυπριακή κοινωνία και είναι καταγεγραμμένα από τους εταίρους της συνεργασίας, ο μεγαλύτερος εκ των οποίων διαπίστωνε, διαβάζω τα δικά τους τα λόγια, ότι «η κυβέρνηση έδωσε δείγματα γραφής που καταδεικνύουν μια διαφορετική νοοτροπία και προσέγγιση στα κοινωνικοοικονομικά πράγματα του τόπου, στο νοικοκύρεμα της δημόσιας ζωής, στην προώθηση της αξιοκρατίας και της χρηστής διοίκησης», προσθέτοντας ότι στη συνεργασία «υπάρχει ειλικρίνεια και αμοιβαίος σεβασμός» που πρέπει συνεχώς να ενισχύονται «για το καλό του τόπου και του λαού»[1].
Στο πρόσφατο παρελθόν, η ηγεσία του ΑΚΕΛ μας παρέδιδε μαθήματα συμπολίτευσης. Διακήρυττε ότι «ως ΑΚΕΛ δεν είμαστε διατεθειμένοι να ανεχτούμε φαινόμενα λαϊκισμού και δημαγωγίας όταν στελέχη από Κόμματα της συμπολίτευσης με τον πιο εύκολο τρόπο ασκούν κριτική στην κυβέρνηση και συνταυτίζονται ουσιαστικά με την ισοπεδωτική αντιπολίτευση του Συναγερμού»[2]. Σήμερα όμως, οι ίδιοι που μας κατηγορούσαν ότι δεν χειροκροτούμε αρκετά δυνατά την Κυβέρνηση, ξεπερνούν και τον ίδιο το Συναγερμό ως προς τη διάθεσή τους για αντιπολιτευτικό μηδενισμό.
Η ηγεσία του ΑΚΕΛ επιδίδεται σήμερα σε αυτό που σε ανύποπτο χρόνο χαρακτήριζε ως «ισοπεδωτική αντιπολίτευση», αλλά η τάση για ισοπέδωση γενικεύεται και εκτείνεται ως συνολική στάση έναντι της διαφορετικής άποψης. Οι Κύπριοι πολίτες είναι ελεύθεροι να ψηφίσουν ό,τι τους επιβάλει η συνείδησή τους και έχουν την υποχρέωση να πράξουν ό,τι τους καθοδηγεί ο πατριωτισμός τους. Εμείς στο ΔΗΚΟ έτσι ξέρουμε να εκφραζόμαστε και έτσι αντιλαμβανόμαστε τη λειτουργία των Κομμάτων: όχι ως κλειστά κλαμπ που στερούν το δικαίωμα της έκφρασης αλλά ως χώρους ελεύθερης σκέψης και συλλογικού προβληματισμού.
Σήμερα παρατηρείται μία ενδιαφέρουσα εναρμόνιση των εκπροσώπων του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ αφού έχουν επικρατήσει και στα δύο Κόμματα εκείνες οι τάσεις που παραδοσιακά διακρίνονταν από την υποχωρητική νοοτροπία του καλού παιδιού, οπότε η παραγωγή θέσεων που χαρακτηρίζονται από παρόμοιες μέχρι όμοιες είναι απολύτως φυσιολογική εξέλιξη. Τα προβεβλημένα στελέχη της πάλαι ποτέ πλατφόρμας του «ΝΑΙ» έχουν παρεισφρήσει στα επιτελεία τόσο του Ιωάννη Κασουλίδη όσο και του Δημήτρη Χριστόφια με ρόλους πρωταγωνιστικούς και καθοδηγητικούς. Παράλληλα, οι υγιείς αγωνιστικές φωνές στον ΔΗΣΥ και στο ΑΚΕΛ παραμένουν περιθωριοποιημένες και επιλέγουν τη σιωπή της αξιοπρέπειας.
Παράδειγμα της ταύτισης απόψεων των δύο υποψηφίων Προέδρων είναι πρόσφατες συνεντεύξεις τους[3] όπου σε ερώτηση σχετικά με τους χειρισμούς που θα κάνουν στο εθνικό μας θέμα μετά από ενδεχόμενη εκλογή τους, προτάσσουν και οι δύο το διακαή τους πόθο για συνάντηση με τον κατοχικό ηγέτη Μεχμέτ Αλί Ταλάτ. Ο μεν Κασουλίδης αναφέρει: «Την επόμενη μέρα της δικής μου εκλογής θα πάω πρώτα να συναντηθώ με τον Ταλάτ, πριν αναλάβω την προεδρία του κράτους, σαν εκλελεγμένος Πρόεδρος». Ο δε Χριστόφιας επαναλαμβάνει και επαυξάνει: «Εγώ δεν έχω πρόβλημα να συναντηθώ με τον Ταλάτ. Αν θέλετε, ως εκλεγμένος Πρόεδρος δεν αποκλείω συνάντηση ακόμη και χωρίς ημερήσια διάταξη». Δηλαδή και οι δύο μετατρέπουν σε θέση τη ψευδαίσθηση ότι το Κυπριακό υπάρχει ως πρόβλημα λόγω της επιμονής του Τάσσου Παπαδόπουλου για καλή προετοιμασία των συνομιλιών μέσω της εφαρμογής της συμφωνίας της 8ης Ιουλίου. Και σε αντιδιαστολή προτείνουν άνευ όρων συνομιλίες, χωρίς προετοιμασία και χωρίς καθορισμένο περιεχόμενο. Είναι παγκοίνως αντιληπτό ότι εάν η λύση, η όποια λύση, είναι αυτοσκοπός, δεν θα πάρει περισσότερο από μια σύντομη συνάντηση η συνομολόγησή της. Η τουρκική πλευρά σε ένα διάλογο χωρίς σωστή προετοιμασία θα επαναφέρει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων το περιεχόμενο του Σχεδίου Ανάν. Μήπως ο κ. Κασουλίδης αν είναι Πρόεδρος θα το δεχτεί ως έχει και ο κ. Χριστόφιας θα ζητήσει κάποιες μικρές αλλαγές, όπως έπρατταν το 2004;
Είναι σαφές ότι οι προεδρικές εκλογές του ερχόμενου Φεβρουαρίου δεν φέρνουν αντιμέτωπους υποψηφίους ως πρόσωπα, αλλά φιλοσοφίες χειρισμού της εθνικής μας υπόθεσης. Οι επιλογές δεν είναι τρείς αλλά μόνο δύο: από τη μια η σθεναρή διεκδίκηση μίας καλύτερης λύσης και από την άλλη το έλλειμμα αγωνιστικότητας και αντιστάσεων. Το ΔΗΚΟ ήταν πάντα συνεπές στην επιλογή της πρώτης και ο Τάσσος Παπαδόπουλος είναι ο υποψήφιος που ικανοποιεί τις ανησυχίες του κυπριακού Λαού.
Κύριε Πρόεδρε,
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η έγκριση του Κρατικού Προϋπολογισμού για το έτος 2008 είναι η φυσική εξέλιξη μιας δύσκολης πορείας εξυγίανσης της οικονομίας της χώρας μας, ανόρθωσης του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της και διεύρυνσης της κοινωνικής συνοχής. Η Κυβέρνηση του Τάσσου Παπαδόπουλου πέτυχε την Αλλαγή αφού κατάφερε να δώσει προοπτική ελπίδας και αισιοδοξίας για τους πολίτες της Κύπρου που μπορούν να αισθάνονται πλέον ασφάλεια και σιγουριά για την οικοδόμηση του προσωπικού τους μέλλοντος. Η Κύπρος δεν γυρίζει πίσω στην εποχή των ελλειμμάτων, της έλλειψης σχεδιασμού και της αβεβαιότητας. Η Κύπρος δεν γυρίζει πίσω στην περίοδο της αδιαφορίας και της εξυπηρέτησης των συμφερόντων των λίγων. Η Κύπρος οδεύει προς τις καλύτερες μέρες που δικαιούται ο Λαός της και σε αυτή την πορεία εμείς θα είμαστε παρόντες, συμπαραστάτες και πρωταγωνιστές.
[1] Εισήγηση της Κεντρικής προς το 20ο Συνέδριο του ΑΚΕΛ – 24-27/11/2005
[2] Εισήγηση της Κεντρικής προς το 20ο Συνέδριο του ΑΚΕΛ – 24-27/11/2005
[3] ΣΗΜΕΡΙΝΗ της Κυριακής, 2 Δεκ. 2007
Έντιμοι Υπουργοί,
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Ο Προϋπολογισμός που έχουμε ενώπιόν μας ως ο πέμπτος που κατατίθεται από την Κυβέρνηση του Τάσσου Παπαδόπουλου, πρέπει να κριθεί με τα υψηλότερα ποιοτικά κριτήρια. Μετά από ένα ουσιαστικό διάστημα διακυβέρνησης, κάθε Κυβέρνηση κρίνεται για το εάν διαθέτει τα πολιτικά αποθέματα και τις δημιουργικές δυνατότητες που να της επιτρέπουν να οικοδομήσει την πολιτεία που οραματίζονται όσοι τη συναποτελούν. Κρίνεται κατά πόσον δημιούργησε τις προϋποθέσεις για αισιόδοξο βλέμμα προς το μέλλον με οικονομικό προγραμματισμό που να γεννά ελπίδα για τους πολίτες του σήμερα και για τις γενιές του αύριο. Και αυτή η Κυβέρνηση, μέσα στην πενταετία που διανύσαμε μπόρεσε να ξανακαταστήσει εύφορη την καμένη γη που παρέλαβε. Μπόρεσε να μετατρέψει σε καρποφόρα μία περιοχή που κατέστη άγονη από την αλόγιστη εκμετάλλευση, από το απρογραμμάτιστο ξόδεμα και από την ανικανότητα διαχείρισης των τέως κυβερνώντων.
Η Κυβέρνηση του Τάσσου Παπαδόπουλου, η Κυβέρνηση της Αλλαγής, κλήθηκε από τον Κυπριακό λαό να αναλάβει το πηδάλιο της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ώρες δύσκολες για τον τόπο, τόσο σε σχέση με την Εθνική μας Υπόθεση όσο και σε σχέση με την εσωτερική διακυβέρνηση. Η απαλλαγή από την Κυβέρνηση του Συναγερμού κρίθηκε από τον Κυπριακό Λαό απαραίτητη κυρίως λόγω της απαίτησης της κοινωνίας για φυγή προς τα εμπρός. Η Κυβέρνηση του Τάσσου Παπαδόπουλου ήταν γέννημα των καιρών και θρέμμα της ανάγκης για επανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς την πολιτεία τους. Και θέτοντας αυτή την ανάγκη ως πρωταρχικό στόχο ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της.
Σήμερα δεν κρίνεται μόνο ο Προϋπολογισμός που κατατίθεται από την Κυβέρνηση αλλά κρίνεται παράλληλα και η συνολική οικονομική πολιτική που εφαρμόστηκε την τελευταία πενταετία δίνοντας τη δυνατότητα για ανόρθωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας. Κρίνεται η πορεία η οποία οδήγησε την Κυπριακή Δημοκρατία στο σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στη Ζώνη του Ευρώ. Κρίνεται η ασφαλής πορεία προς την αξιοπιστία του κράτους έναντι του πολίτη. Κρίνεται η ικανότητα διοίκησης της Κυπριακής Δημοκρατίας που ως προϊόν των διαχρονικών θυσιών του Κυπριακού Λαού πρέπει μόνο να προοδεύει, να ευημερεί και να βελτιώνεται.
Ο σωστός πολιτικοοικονομικός προγραμματισμός της Κυβέρνησης εκφράζεται μέσω της συνεπούς οικοδόμησης του κρατικού προϋπολογισμού στη βάση του Αναθεωρημένου Προγράμματος Σύγκλισης 2006 – 2010, του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και του Εθνικού Μεταρρυθμιστικού Προγράμματος για τη Στρατηγική της Λισσαβόνας. Η τήρηση των στόχων που τίθενται ως προτεραιότητες για επίτευξη των δημοσιονομικών επιδιώξεων είναι μία προσπάθεια για την οποία απαιτείται διαρκής στοχοπροσήλωση αλλά και πολιτική βούληση με γνώμονα το μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο εθνικό συμφέρον. Και ο συνεπής οικονομικός προγραμματισμός χωρίς ξεσπάσματα και παρασπονδίες είναι η μοναδική οδός για ώριμη διαχείριση των οικονομικών του Λαού και των γενεών που θα ακολουθήσουν.
Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, η Κυβέρνηση αξιοποιεί με κριτήρια πολιτικής ιεράρχησης και κοινωνικής ευαισθησίας τα περιθώρια ανακατανομής των δαπανών μεταξύ των Υπουργείων. Η αύξηση των δαπανών προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις δηλεί τις πολιτικές προτεραιότητες της Κυβέρνησης που εκτείνονται στους τομείς της Παιδείας, της Υγείας, της Κοινωνικής Προστασίας, της Οδικής Ασφάλειας και της Ενέργειας. Αυτοί οι πέντε κεντρικοί τομείς ενδιαφέροντος τονίζουν τον ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό του κυβερνητικού προγραμματισμού και τη διαρκή έγνοια για την προσωπική ευημερία των πολιτών. Η επένδυση στη βελτίωση της ποιότητας της καθημερινότητας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις προοπτικές ανάπτυξης του τομέα της Οικονομίας και της χώρας γενικότερα αφού ο κάθε πολίτης αποτελεί τόσο ατομικά όσο και σε συνεργασία με τους συμπολίτες του την κινητήριο δύναμη για την υγιή λειτουργία του Κράτους.
Το τρίπτυχο Σταθερότητα – Ανάπτυξη – Ευημερία συνοψίζει τη φιλοσοφία του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2008. Η οικονομική σταθερότητα καθιστά την Κύπρο περιβάλλον ανταγωνιστικής και ευέλικτης οικονομίας, με θετικό ρυθμό ανάπτυξης και προοπτικές ποιοτικής απασχόλησης για τους πολίτες. Η σταθερή ανάπτυξη είναι απαραίτητο εχέγγυο για την ευημερία των πολιτών και για την κοινωνική πρόοδο, ενώ παράλληλα συμβάλλει στην επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής κοινωνικής συνοχής.
Η μείωση του Δημοσιονομικού Ελλείμματος από το 6.4% στο 1.5%, η μείωση του Δημόσιου Χρέους από το 69.8% στο 65%, η αύξηση του Ρυθμού Ανάπτυξης από το 1.9% στο 4%, και η αύξηση του κατά κεφαλή εισοδήματος σε μονάδες αγοραστικής δύναμης στο 89% του ευρωπαϊκού μέσου όρου από το 75% του 2002, χωρίς να επιβληθεί ούτε μία νέα φορολογία, ούτε ένα επιπλέον βάρος στους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι επιτεύγματα για τα οποία τόσο εμείς ως στελέχη του ΔΗΚΟ όσο και όλοι μας πρέπει να είμαστε περήφανοι. Επιπλέον, η αύξηση των Κοινωνικών Δαπανών κατά 207% από το 2003, αντιπροσωπεύοντας το 16.5% του ΑΕΠ σε σχέση με 12.4% το 2002, η παροχή πακέτων στοχευμένων μέτρων ύψους πέραν των 250 εκ. ΛΚ, ο υπερδιπλασιασμός των δαπανών για την Παιδεία και το ότι από το 2008 δύο στους τρείς Κύπριους δεν θα πληρώνουν πλέον φόρο εισοδήματος, είναι απτές αποδείξεις για τη δυνατότητα συνύπαρξης της δημοσιονομικής εξυγίανσης με το κοινωνικό κράτος.
Ωστόσο, παρά την ουσιαστική αύξηση του συνόλου των κοινωνικών παροχών κατά 109% σε σχέση με το 2002, δηλαδή από 239 εκ. ΛΚ σε 500 εκ. ΛΚ, η μέριμνα για ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού δεν είναι μονοσήμαντη και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αναγνωστεί ως τέτοια. Η άνοδος του Βιοτικού Επιπέδου των πολιτών της Δημοκρατίας αφορά το σύνολο της κοινωνίας και αποτελεί το εισιτήριο για έξοδο από τη φτώχια για τα κατώτερα οικονομικά στρώματα. Επιπλέον, οι έμμεσου τύπου παροχές, όπως η επέκταση του αφορολόγητου εισοδήματος, ενισχύουν δομικά τις ασθενέστερες οικονομικά τάξεις και αυξάνουν τις οικονομικές τους δυνατότητες. Έτσι, παρά τη διαρκή αύξηση των κοινωνικών παροχών, όραμά μας είναι μία κοινωνία στην οποία οι πολίτες δεν θα έχουν την ανάγκη κανενός είδους παροχών, αλλά θα μπορούν να λειτουργήσουν αξιοπρεπώς με την αξιοποίηση των εισοδημάτων τους που θα τους παρέχουν τη δυνατότητα της άνετης συντήρησης και εξέλιξης.
Η υλοποίηση αυτού του οράματος επιτυγχάνεται μέσα από την παράλληλη προσέγγιση δύο πεδίων: της εκπλήρωσης των δημοσιονομικών στόχων και της επίτευξης της οικονομικής/κοινωνικής προόδου. Απλούστερα, μέσα από την ευημερία τόσο των αριθμών όσο και των ανθρώπων. Η κεντρώα φιλοσοφία της Κυβέρνησης και ιδιαίτερα του Υπουργείου Οικονομικών, δίνει τη δυνατότητα για επιτυχή ανταπόκριση σε αυτό το δύσκολο ζήτημα. Η προσέγγιση της Οικονομίας της χώρας χωρίς νεοφιλελεύθερες, αριστερίστικες ή άλλου τύπου αγκυλώσεις, προστατεύει αφενός από την αριθμολαγνεία και την υποδούλωση στο μεγάλο Κεφάλαιο και αφετέρου προφυλάσσει από λαϊκίστικες άλογες δαπάνες υπό φιλανθρωπικό προσωπείο. Η Κυβέρνηση του Τάσσου Παπαδόπουλου έχει αποδείξει ότι είναι ένας αξιόπιστος και υπεύθυνος διαχειριστής της Οικονομίας, με ιδεολογικό υπόβαθρο που καθιστά βίωμα την κοινωνική ευαισθησία και την έγνοια για ενίσχυση του κοινωνικού κράτους. Η κοινωνική δημοκρατία που ξεκινήσαμε να κτίζουμε είχε ως απαραίτητη προϋπόθεση το κατ’ αρχήν νοικοκύρεμα της οικονομίας μας. Και το καταφέραμε, και συνεχίζουμε, γιατί έχουμε ακόμη δρόμο να διανύσουμε, γιατί αποδείξαμε ότι μπορούμε.
Πέρα από αυτά όμως, επιθυμώ να αναφερθώ ιδιαιτέρως στον προγραμματισμό των δαπανών για την αμυντική μας θωράκιση. Ζώντας σε μία ημικατεχόμενη και υπό διαρκή απειλή πατρίδα, έχουμε καθήκον να συντηρούμε ένα αξιόμαχο στρατό που να λειτουργεί αποτρεπτικά για τα όποια επεκτατικά σχέδια εξυφαίνονται εις βάρος μας. Προτεραιότητα της Κυβέρνησης ήταν και είναι πάντοτε η διατήρηση ενός σύγχρονου, αξιόμαχου και ευέλικτου στρατού με υψηλό φρόνημα.
Οι τακτικές αμυντικές δαπάνες για το 2008 είναι αυξημένες κατά 5 εκ. ΛΚ σε σχέση με το 2007 για τον τομέα των αναπτυξιακών δαπανών, κατατάσσοντας την Κυπριακή Δημοκρατία ανάμεσα στις πρώτες χώρες του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας σε ποσοστό αμυντικών δαπανών επί του ΑΕΠ. Έμφαση δίνεται στην επένδυση επί του εμψύχου υλικού της Εθνικής Φρουράς, ώστε όσοι τη συναποτελούν να μπορούν να συνεισφέρουν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους.
Η διαφορά φιλοσοφίας που χαρακτηρίζει την πολιτική της Κυβέρνησης του Τάσσου Παπαδόπουλου στον τομέα των αμυντικών δαπανών σε σχέση με την προηγούμενη διακυβέρνηση είναι διαφορά ουσίας. Για μάς, η Άμυνα του τόπου είναι ένας τομέας ιερός που δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να μετατρέπεται σε θέατρο εξυπηρέτησης μικροκομματικών σκοπιμοτήτων και διπλωματικών πειραματισμών. Είναι ακόμη πρόσφατες οι μνήμες των πολιτών από την πυραυλολογία και τους παλικαρισμούς της Κυβέρνησης Κληρίδη που καταξόδεψε τα χρήματα των Κυπρίων για να παραγγείλει εκτοξευτήρες πυραύλων ως ντεκόρ για προεκλογικά σποτ που ουδέποτε παραλήφθηκαν και ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν. Η ηφαιστιολογία και η δημιουργία τεχνητών κρίσεων στο Κυπριακό με αντικείμενο τον ευαίσθητο τομέα της Άμυνας οδήγησε ασφαλώς σε εξελίξεις στο Εθνικό μας Θέμα οι οποίες όμως γέννησαν το Σχέδιο Ανάν. Και οι μαθητευόμενοι μάγοι που παρουσιάζονται σήμερα ως έμπειροι διπλωμάτες δεν τολμούν καν να αναλάβουν το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί, απαξιώντας να δώσουν απαντήσεις στον Κυπριακό Λαό.
Ωστόσο, αν το προεκλογικό πυροτέχνημα του 1998 κόστισε στο Λαό μας 300 εκ. ΛΚ, το προεκλογικό πυροτέχνημα του 2008, που αφορά τη μείωση της στρατιωτικής θητείας, είναι μικρότερου οικονομικού κόστους αλλά υψηλού εθνικού κινδύνου. Πρόκειται για ξαναζεσταμένο φαγητό το οποίο αναμασά ο Δημοκρατικός Συναγερμός και σε αυτή την εκλογική αναμέτρηση, διεκδικώντας μία χούφτα ψήφους, συμπαρασύροντας και το ΑΚΕΛ που ως ουραγός πλειοδοτεί επίσης για μείωση της στρατιωτικής θητείας, πλήττοντας καίρια το ηθικό των παιδιών της Εθνικής Φρουράς. Η ανάγκη περιφρούρησης της γραμμής αντιπαράταξης και επάνδρωσης των φυλακίων με αξιόμαχους εθνοφρουρούς υποτιμάται και τους μεταφέρεται το μήνυμα ότι η παρουσία τους δεν είναι απαραίτητη, λέγοντας ότι μπορούν να βγάζουν σκοπιά οι κάμερες, δημιουργώντας έτσι ρήγμα στην πειθαρχημένη άσκηση των καθηκόντων τους. Το καθ’ ύλην αρμόδιο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς απορρίπτει την πρόταση για μείωση της στρατιωτικής θητείας ως αναντίστοιχη με τις αμυντικές επιχειρησιακές ανάγκες της χώρας μας, αλλά ο υποψήφιος του ΔΗΣΥ επιμένει να μοιράζει υποσχέσεις για άμεση απόλυση των μισών εθνοφρουρών άμα τη εκλογή του αδιαφορώντας για τη γνώμη των ειδικών και παρουσιάζεται έτοιμος να μετατρέψει την Κύπρο σε ανοχύρωτη πολιτεία, έρμαιο στις ορέξεις του οποιουδήποτε, λαμβάνοντας υπόψη οικονομικούς αντί στρατιωτικούς όρους.
Παράλληλα, σημειώνεται ένα οξύμωρο σχήμα, που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Κατηγορείται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ότι θέλει λύση σε βάθος χρόνου και ότι αποτελεί εμπόδιο για την πρόοδο του διαλόγου με την άλλη πλευρά. Κατηγορείται ακόμη ότι εδραιώνει τη διχοτόμηση. Οι ίδιοι που τον κατηγορούν δηλώνουν ότι μπορούν να λύσουν το Κυπριακό σε μερικούς μήνες. Ταυτόχρονα όμως καταθέτουν δέσμευση για πρόσληψη χιλιάδων μονίμων στρατιωτικών στελεχών για να δημιουργήσουν ένα μόνιμο μισθοφορικό στρατό. Δημιουργείται μέσα από αυτά η εύλογη απορία: Αν η αντιπολίτευση συλλαμβάνεται να είναι ασυνεπής στις διακηρύξεις της φάσκοντας και αντιφάσκοντας αναλόγως θεματικής και ακροατηρίου, πώς θα είναι συνεπής ως Κυβέρνηση όταν εκτός από το να μιλά θα πρέπει κιόλας να πράττει;
Στον αντίποδα της εισήγησης για αποδυνάμωση και απονεύρωση της Εθνικής Φρουράς βρίσκεται η δική μας πρόταση που έγινε νόμος με στόχο την πάταξη του φαινομένου της φυγοστρατίας. Με την ψήφιση της νομοθεσίας για την εναλλακτική θητεία μειώθηκαν κατά 50% οι αιτήσεις για αναστολή λόγω επίκλησης ψυχολογικών προβλημάτων στη σειρά κατάταξης 2007Β ΕΣΣΟ. Δημιουργήσαμε ένα δίκαιο και λειτουργικό νομικό πλαίσιο με το οποίο οι έχοντες πραγματικά προβλήματα θα απαλλάσσονται της θητείας χωρίς να περιθωριοποιούνται, οι προφασιζόμενοι λόγους και αφορμές για αποφυγή της στράτευσης δεν θα ευεργετούνται και οι κανονικώς υπηρετούντες τη θητεία τους δεν θα θυματοποιούνται. Ειδοποιός διαφορά, λοιπόν, ανάμεσα στις δικές μας προτεραιότητες και τις διακηρύξεις της αντιπολίτευσης είναι το ότι εμείς θεωρούμε τους νέους μας άξιους και ικανούς, με διάθεση να υπηρετήσουν την πατρίδα τους όσο αυτή απειλείται, ενώ αυτοί θεωρούν ότι οι νέοι αναζητούν διαφυγή από την αγγαρεία της υπηρεσίας προς την πατρίδα και τις εύκολες διεξόδους από το καθήκον.
Κύριε Πρόεδρε,
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Στην οικοδόμηση του κυβερνητικού έργου της πενταετίας το Δημοκρατικό Κόμμα είχε ρόλο πρωταγωνιστικό. Στηρίξαμε την Κυβέρνηση, στελεχώσαμε την Κυβέρνηση και κρίναμε εποικοδομητικά την Κυβέρνηση. Αλλά σε αυτή την πορεία δεν ήμασταν μόνοι. Όλες οι δυνάμεις που στήριξαν την εκλογή του Τάσσου Παπαδόπουλου και ιδιαίτερα η ΕΔΕΚ και το ΑΚΕΛ εργάστηκαν σκληρά για την επίτευξη του μεγαλύτερου μέρους των Προγραμματικών Στόχων που θέσαμε το 2003. Ωστόσο σήμερα, κάποιοι από τους συνεργάτες μας επιλέγουν την εγκατάλειψη του μετώπου των Δημοκρατικών Δυνάμεων διαλέγοντας δρόμους μοναχικούς.
Είναι αυτονόητο ότι το δικαίωμα του κάθε πολιτικού σχηματισμού να διεκδικεί αυτόνομα την εξουσία εξυπακούεται. Είναι ακόμη αυτονόητο το δικαίωμα του κάθε κόμματος να επιλέγει τις συνεργασίες του με τα δικά του κριτήρια. Δεν κρίνεται σε καμία περίπτωση το δικαίωμα της επιλογής αυτό καθ’ εαυτό, αλλά αντικείμενο διαρκούς πολιτικής κριτικής είναι το διακύβευμα της όποιας επιλογής.
Η τριμερής συνεργασία ανάμεσα στο ΔΗΚΟ, το ΑΚΕΛ και την ΕΔΕΚ δεν ήταν σε καμία περίπτωση απλώς μία συμφωνία των ηγεσιών των τριών κομμάτων, ούτε ο χώρος υλοποίησής της περιορίστηκε στη συνεννόηση των συμμετεχόντων στο Υπουργικό Συμβούλιο. Δεν ήταν ένας εκλογικός μηχανισμός φτιαγμένος για να κερδίζει εκλογές, ούτε πλατφόρμα για να ανεβάζει σε θέσεις και αξιώματα κομματικά στελέχη. Η συνεργασία των τριών δυνάμεων ήταν απαίτηση της πλειοψηφίας των πολιτών και λειτούργησε σε πολλαπλά επίπεδα της κοινωνίας, όπου υπήρχε έντονη η διάθεση για Αλλαγή και απαλλαγή από συντηρητικές νοοτροπίες του παρελθόντος.
Τα αποτελέσματα της συνεργασίας των δυνάμεων της Αλλαγής είναι ορατά στην κυπριακή κοινωνία και είναι καταγεγραμμένα από τους εταίρους της συνεργασίας, ο μεγαλύτερος εκ των οποίων διαπίστωνε, διαβάζω τα δικά τους τα λόγια, ότι «η κυβέρνηση έδωσε δείγματα γραφής που καταδεικνύουν μια διαφορετική νοοτροπία και προσέγγιση στα κοινωνικοοικονομικά πράγματα του τόπου, στο νοικοκύρεμα της δημόσιας ζωής, στην προώθηση της αξιοκρατίας και της χρηστής διοίκησης», προσθέτοντας ότι στη συνεργασία «υπάρχει ειλικρίνεια και αμοιβαίος σεβασμός» που πρέπει συνεχώς να ενισχύονται «για το καλό του τόπου και του λαού»[1].
Στο πρόσφατο παρελθόν, η ηγεσία του ΑΚΕΛ μας παρέδιδε μαθήματα συμπολίτευσης. Διακήρυττε ότι «ως ΑΚΕΛ δεν είμαστε διατεθειμένοι να ανεχτούμε φαινόμενα λαϊκισμού και δημαγωγίας όταν στελέχη από Κόμματα της συμπολίτευσης με τον πιο εύκολο τρόπο ασκούν κριτική στην κυβέρνηση και συνταυτίζονται ουσιαστικά με την ισοπεδωτική αντιπολίτευση του Συναγερμού»[2]. Σήμερα όμως, οι ίδιοι που μας κατηγορούσαν ότι δεν χειροκροτούμε αρκετά δυνατά την Κυβέρνηση, ξεπερνούν και τον ίδιο το Συναγερμό ως προς τη διάθεσή τους για αντιπολιτευτικό μηδενισμό.
Η ηγεσία του ΑΚΕΛ επιδίδεται σήμερα σε αυτό που σε ανύποπτο χρόνο χαρακτήριζε ως «ισοπεδωτική αντιπολίτευση», αλλά η τάση για ισοπέδωση γενικεύεται και εκτείνεται ως συνολική στάση έναντι της διαφορετικής άποψης. Οι Κύπριοι πολίτες είναι ελεύθεροι να ψηφίσουν ό,τι τους επιβάλει η συνείδησή τους και έχουν την υποχρέωση να πράξουν ό,τι τους καθοδηγεί ο πατριωτισμός τους. Εμείς στο ΔΗΚΟ έτσι ξέρουμε να εκφραζόμαστε και έτσι αντιλαμβανόμαστε τη λειτουργία των Κομμάτων: όχι ως κλειστά κλαμπ που στερούν το δικαίωμα της έκφρασης αλλά ως χώρους ελεύθερης σκέψης και συλλογικού προβληματισμού.
Σήμερα παρατηρείται μία ενδιαφέρουσα εναρμόνιση των εκπροσώπων του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ αφού έχουν επικρατήσει και στα δύο Κόμματα εκείνες οι τάσεις που παραδοσιακά διακρίνονταν από την υποχωρητική νοοτροπία του καλού παιδιού, οπότε η παραγωγή θέσεων που χαρακτηρίζονται από παρόμοιες μέχρι όμοιες είναι απολύτως φυσιολογική εξέλιξη. Τα προβεβλημένα στελέχη της πάλαι ποτέ πλατφόρμας του «ΝΑΙ» έχουν παρεισφρήσει στα επιτελεία τόσο του Ιωάννη Κασουλίδη όσο και του Δημήτρη Χριστόφια με ρόλους πρωταγωνιστικούς και καθοδηγητικούς. Παράλληλα, οι υγιείς αγωνιστικές φωνές στον ΔΗΣΥ και στο ΑΚΕΛ παραμένουν περιθωριοποιημένες και επιλέγουν τη σιωπή της αξιοπρέπειας.
Παράδειγμα της ταύτισης απόψεων των δύο υποψηφίων Προέδρων είναι πρόσφατες συνεντεύξεις τους[3] όπου σε ερώτηση σχετικά με τους χειρισμούς που θα κάνουν στο εθνικό μας θέμα μετά από ενδεχόμενη εκλογή τους, προτάσσουν και οι δύο το διακαή τους πόθο για συνάντηση με τον κατοχικό ηγέτη Μεχμέτ Αλί Ταλάτ. Ο μεν Κασουλίδης αναφέρει: «Την επόμενη μέρα της δικής μου εκλογής θα πάω πρώτα να συναντηθώ με τον Ταλάτ, πριν αναλάβω την προεδρία του κράτους, σαν εκλελεγμένος Πρόεδρος». Ο δε Χριστόφιας επαναλαμβάνει και επαυξάνει: «Εγώ δεν έχω πρόβλημα να συναντηθώ με τον Ταλάτ. Αν θέλετε, ως εκλεγμένος Πρόεδρος δεν αποκλείω συνάντηση ακόμη και χωρίς ημερήσια διάταξη». Δηλαδή και οι δύο μετατρέπουν σε θέση τη ψευδαίσθηση ότι το Κυπριακό υπάρχει ως πρόβλημα λόγω της επιμονής του Τάσσου Παπαδόπουλου για καλή προετοιμασία των συνομιλιών μέσω της εφαρμογής της συμφωνίας της 8ης Ιουλίου. Και σε αντιδιαστολή προτείνουν άνευ όρων συνομιλίες, χωρίς προετοιμασία και χωρίς καθορισμένο περιεχόμενο. Είναι παγκοίνως αντιληπτό ότι εάν η λύση, η όποια λύση, είναι αυτοσκοπός, δεν θα πάρει περισσότερο από μια σύντομη συνάντηση η συνομολόγησή της. Η τουρκική πλευρά σε ένα διάλογο χωρίς σωστή προετοιμασία θα επαναφέρει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων το περιεχόμενο του Σχεδίου Ανάν. Μήπως ο κ. Κασουλίδης αν είναι Πρόεδρος θα το δεχτεί ως έχει και ο κ. Χριστόφιας θα ζητήσει κάποιες μικρές αλλαγές, όπως έπρατταν το 2004;
Είναι σαφές ότι οι προεδρικές εκλογές του ερχόμενου Φεβρουαρίου δεν φέρνουν αντιμέτωπους υποψηφίους ως πρόσωπα, αλλά φιλοσοφίες χειρισμού της εθνικής μας υπόθεσης. Οι επιλογές δεν είναι τρείς αλλά μόνο δύο: από τη μια η σθεναρή διεκδίκηση μίας καλύτερης λύσης και από την άλλη το έλλειμμα αγωνιστικότητας και αντιστάσεων. Το ΔΗΚΟ ήταν πάντα συνεπές στην επιλογή της πρώτης και ο Τάσσος Παπαδόπουλος είναι ο υποψήφιος που ικανοποιεί τις ανησυχίες του κυπριακού Λαού.
Κύριε Πρόεδρε,
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η έγκριση του Κρατικού Προϋπολογισμού για το έτος 2008 είναι η φυσική εξέλιξη μιας δύσκολης πορείας εξυγίανσης της οικονομίας της χώρας μας, ανόρθωσης του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της και διεύρυνσης της κοινωνικής συνοχής. Η Κυβέρνηση του Τάσσου Παπαδόπουλου πέτυχε την Αλλαγή αφού κατάφερε να δώσει προοπτική ελπίδας και αισιοδοξίας για τους πολίτες της Κύπρου που μπορούν να αισθάνονται πλέον ασφάλεια και σιγουριά για την οικοδόμηση του προσωπικού τους μέλλοντος. Η Κύπρος δεν γυρίζει πίσω στην εποχή των ελλειμμάτων, της έλλειψης σχεδιασμού και της αβεβαιότητας. Η Κύπρος δεν γυρίζει πίσω στην περίοδο της αδιαφορίας και της εξυπηρέτησης των συμφερόντων των λίγων. Η Κύπρος οδεύει προς τις καλύτερες μέρες που δικαιούται ο Λαός της και σε αυτή την πορεία εμείς θα είμαστε παρόντες, συμπαραστάτες και πρωταγωνιστές.
[1] Εισήγηση της Κεντρικής προς το 20ο Συνέδριο του ΑΚΕΛ – 24-27/11/2005
[2] Εισήγηση της Κεντρικής προς το 20ο Συνέδριο του ΑΚΕΛ – 24-27/11/2005
[3] ΣΗΜΕΡΙΝΗ της Κυριακής, 2 Δεκ. 2007
Ετικέτες
Κοινοβουλευτική Δράση,
Κρατικός Προϋπολογισμός
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
